Saturday, September 24, 2016

Η κυρία με το καπέλο - περιοδικό "το κοράλλι"


Η κυρία με το καπέλο

Εύα Στάμου

1
Η κυρία με το καπέλο έσπρωξε την πόρτα του καφέ Nero με δυσκολία. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε ένα ξέχειλο σακίδιο, οι ραφές του έδειχναν έτοιμες να σκιστούν. Τα ρούχα της ήταν υγρά από το ψιλόβροχο που έπεφτε χωρίς διακοπή τις τελευταίες δύο ώρες. Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστη στο κέντρο του χώρου και κάτι μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια της. Κανείς δεν στράφηκε προς το μέρος της. Αργά, με κινήσεις μελετημένες κι εύθραυστες προχώρησε ως τον πάγκο με τα γλυκίσματα κι άρχισε να τα παρατηρεί ανέκφραστη. Έδωσε την παραγγελία της στην νεαρή υπάλληλο που στεκόταν πίσω από το ταμείο: «Πράσινο τσάι κι ένα κρουασάν με αμύγδαλα».

Η κοπέλα επανέλαβε τα λόγια της γυναίκας μηχανικά, χτυπώντας τα πλήκτρα της μηχανής και της έτεινε την απόδειξη. Στην συνέχεια πήρε το χαρτονόμισμα που εκείνη ακούμπησε μπροστά της και της έδωσε τα ρέστα. Με γρήγορες, έμπειρες κινήσεις ετοίμασε το τσάι και σέρβιρε το κρουασάν. Χαμογελώντας τυπικά πρόσφερε το δισκάκι στην πελάτισσα κι έστρεψε το βλέμμα της έξω από το παράθυρο, στον πολυσύχναστο δρόμο.

Η κυρία με το καπέλο δυσκολεύτηκε να επιλέξει τραπέζι. Ισορροπώντας με μεγάλη προσπάθεια στα χέρια της τον δίσκο, σχεδόν σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο. Με ανακούφιση χαμογέλασε στον κύριο του διπλανού τραπεζιού που φάνηκε να μην την προσέχει. Η κυρία σηκώθηκε ξανά κι έβγαλε το παλτό της. Το δίπλωσε προσεχτικά και το τοποθέτησε στην κενή καρέκλα δίπλα της. Στην συνέχεια άνοιξε το σακίδιο και ψάρεψε μια χθεσινή, τσαλακωμένη εφημερίδα. Την άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα και κρύφτηκε πίσω της.

Η κυρία με το καπέλο σύχναζε στο καφέ Nero. Έπινε πράσινο τσάι και δεν έβγαζε ποτέ το καπέλο της. Ο Άντριου που προτιμούσε να παίρνει τον καφέ του στο χέρι, μια μέρα αποφάσισε να μείνει και να την παρατηρήσει. Με τον καιρό του έγινε συνήθεια να πηγαίνει εκεί για πρωινό πριν ξεκινήσει τη δουλειά του στο κτήριο του BBC που βρισκόταν ακριβώς απέναντι.

Με την σταθερότητα της παρουσίας της και την επαναληπτικότητα των κινήσεών της, η γυναίκα του πρόσφερε κάτι ανεκτίμητο: την σιγουριά ότι μια ακόμα μέρα αρχίζει, ο κύκλος της ζωής συνεχίζεται κανονικά με όλα τα καθήκοντα, τις αποφάσεις, την κούραση και τις αντιπαραθέσεις που χρωματίζουν την καθημερινότητα.

Του έδινε ικανοποίηση να την παρατηρεί: ο φόβος, έκδηλος στα μάτια, στις ελεγχόμενες κινήσεις, στα τρεμάμενα χέρια, στον τρόπο που έκρυβε τον εαυτό της πίσω από την εφημερίδα - το άγχος της μοναξιάς, η επιθυμία, ακόμα ζωντανή, για επικοινωνία. Ήταν απίστευτο πόσο του θύμιζε τη μάνα του.

2
Την τελευταία φορά που είχε πάει στην ψυχιατρική κλινική τον είχε πραγματικά θυμώσει ο υποτιμητικός τρόπος που της μιλούσαν οι νοσοκόμες προκειμένου να την πείσουν ν’ αλλάξει τα ταλαιπωρημένα ρούχα της, και να λούσει τα μαλλιά της, κι ύστερα για να την κατευνάσουν όταν, αναστατωμένη από την επικείμενη αναχώρησή του, ξέσπασε σε υστερικό κλάμα.

Ήταν οκτώ ετών την πρώτη φορά που η μάνα του μπήκε στο ψυχιατρείο. Η μεγαλύτερη αδερφή του την είχε τότε αναπληρώσει στα καθήκοντά της στο νοικοκυριό με τον αδέξιο και ταυτόχρονα επιδεικτικό τρόπο της δεκατριάχρονης κοπελίτσας. Ο εγκλεισμός της μάνας του κράτησε δύο μήνες, διάστημα που φάνηκε στον Άντριου μια αιωνιότητα. Αυτό την πρώτη φορά, έπειτα συνήθισε. Τα παιδιά επισκέπτονταν την ασθενή κάθε εβδομάδα μαζί με τον πατέρα και τη γιαγιά τους. Της πήγαιναν γλυκά, που η Σάλυ κατάπινε σχεδόν αμάσητα όση ώρα προσπαθούσαν να την κάνουν να τους μιλήσει, αφρόλουτρα που αρνιόταν να χρησιμοποιήσει, περιοδικά, φρούτα, νάιλον παλιομοδίτικα νυχτικά αγορασμένα απ’ την υπαίθρια αγορά του Γιορκ.

Στα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν η μάνα του μπαινόβγαινε στην κλινική τόσο συχνά που το γεγονός δεν προκαλούσε πλέον εντύπωση σε κανέναν από την στενή οικογένεια, τους φίλους και τους γνωστούς. «Μανιοκατάθλιψη», ήταν η λέξη που γύριζε από στόμα σε στόμα κι ύστερα ακολουθούσε η γνωστή κίνηση του κεφαλιού σ' ένδειξη κατανόησης.

Τις περιόδους της μανίας η Σάλυ ήταν σχεδόν φυσιολογική: έπαιρνε μέρος στη κουβέντα τους, μαγείρευε, διάβαζε εφημερίδα, οργάνωνε πάρτι κι εκδρομές, ενδιαφερόταν για την μόδα και τον καλλωπισμό της . υποσχόταν στους άλλους και στον εαυτό της ότι τίποτε κακό δεν επρόκειτο να συμβεί ξανά. Εκμεταλλευόταν τις αϋπνίες της δημιουργικά: φτιάχνοντας κέικ, συμπληρώνοντας τις φορολογικές δηλώσεις, καθαρίζοντας το σπίτι, γράφοντας μακροσκελείς επιστολές σε συγγενείς που ζούσαν στην Αμερική και στον Καναδά. Ήταν σχεδόν κανονική.

Τις περιόδους της κατάθλιψης η κατάσταση στο σπίτι γινόταν αφόρητη. Ο πατέρας του αδυνατούσε ν’ αντιμετωπίσει την αλλαγή της γυναίκας του, της συμπαραστεκόταν για λίγες μέρες κι ύστερα κλεινόταν στον εαυτό του, απροσπέλαστος σχεδόν όσο κι εκείνη. Με την διαφορά ότι εκείνος δεν έκλαιγε, δεν απειλούσε ότι θ’ αυτοκτονήσει, και φρόντιζε την υγιεινή του.

Εκείνα τα χρόνια, ο Άντριου κι η αδερφή του ένιωθαν μονίμως αγχωμένοι, σαν να κρεμόταν μια απειλή πάνω από τα κεφάλια τους, ένας κίνδυνος που δεν τους άφηνε να ηρεμήσουν, να χαρούν το παιχνίδι, να διαπρέψουν στο σχολείο. Ήταν παιδιά που σπάνια χαμογελούσαν, είχαν δυσκολία να κάνουν φίλους, φοβόντουσαν να μείνουν στο σπίτι περισσότερο από όσο ήταν απολύτως απαραίτητο. Πέρναγαν το χρόνο τους στη γιαγιά, στο εμπορικό κέντρο, στον κινηματογράφο, κι αργότερα η Λίζα στο γυμναστήριο κι ο Άντριου στη βιβλιοθήκη.

Όσο ο καιρός κυλούσε χωρίς η υγεία της Σάλυ να βελτιώνεται, τόσο πιο γρήγορα προχωρούσε η εισαγωγή της στην ψυχιατρική κλινική, κάθε φορά που άρχιζε η φάση της κατάθλιψης. Ήταν κάτι που επιθυμούσε και η ίδια. Ήθελε να βγαίνει από τη μέση και να τους αφήνει να συνεχίζουν τις ζωές τους.

Δεκαετίες χρωματισμένες από ενοχές. Ενοχές που ένιωθε η Σάλυ για τις επιπτώσεις που είχε η ανεξέλεγκτη συμπεριφορά της στους άλλους, ενοχές που ένιωθαν οι άλλοι για τους αλλεπάλληλους εγκλεισμούς της στην κλινική και την αδυναμία τους να τη βοηθήσουν πραγματικά.


3
Κι έπειτα ο Άντριου έφυγε στο Εδιμβούργο για σπουδές δημιουργικής γραφής. Πέρασε τέσσερα ξένοιαστα χρόνια, έκανε σοβαρή σχέση, γνώρισε διαφορετικούς ανθρώπους, ταξίδεψε στη Σκωτία. Ανέπνευσε ελεύθερα για πρώτη φορά. Η εικόνα τής Σάλυ θάμπωσε στο μυαλό του και μίκρυνε.

Συνειδητοποίησε ότι αν ήθελε να ζει φυσιολογικά, δεν έπρεπε να επιστρέψει στα παλιά του λημέρια στην επαρχία του Γιόρκσιαρ. Μετά από μήνες αναζήτησης, τον κάλεσαν στο BBC του Μάντσεστερ για συνέντευξη. Ήταν τέτοια η επιθυμία του να πάρει τη δουλειά που έδωσε την εντύπωση ότι ήταν αποφασισμένος να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στα καθήκοντά του, ακόμα και εις βάρος της προσωπικής του ζωής. Τον προσέλαβαν χωρίς δεύτερη σκέψη.

Από τότε τους έβλεπε δυο τρεις φορές το χρόνο, - εννοείται όταν η Σάλυ δεν ήταν στο ίδρυμα - οδηγώντας από το Μάντσεστερ στο Γιορκ για λίγες μέρες οικογενειακής ευτυχίας. Δροσερά δείπνα στον κήπο, γέλια, μουσική, αγκαλιές, άφθονο αλκοόλ. Η ανιψιά του ομόρφαινε με την αθωότητά της τα πάντα, η παρουσία του γαμπρού του τους ανάγκαζε να συμπεριφέρονται ασυνήθιστα  ευγενικά κι αποστασιοποιημένα, λες και τίποτα δυσάρεστο δεν τους είχε ποτέ συμβεί.

Έξι χρόνια Μάντσεστερ-Γιόρκ στις διακοπές και προσποιόταν ότι τίποτε  απ' όσα κατέστρεψαν την παιδική ηλικία και την εφηβεία του δεν είχε πραγματικά συντελεστεί. Μέχρι που από καθαρή τύχη άρχισε να παρατηρεί ένα χειμωνιάτικο πρωινό την κυρία με το καπέλο που σύχναζε στο καφέ Nero απέναντι από τη δουλειά του.

4
Είχε θυμηθεί από την στιγμή που την αντίκρισε. Είχε θυμηθεί μια σκηνή που διαδραματίστηκε πριν από δύο δεκαετίες, κατά την πρώτη εισαγωγή της μάνας του στην κλινική. Ο Άντριου είχε βρεθεί, με κάποιον τρόπο που δεν μπορούσε ν’ ανακαλέσει, στο γραφείο των νοσοκόμων με μία κούπα τσάι κι ένα μπισκότο σοκολάτας στο χέρι να παρατηρεί τις γυναίκες που μπαινόβγαιναν βιαστικές, κρατώντας δίσκους φορτωμένους φάρμακα ή κάποιο έγγραφο που χρειαζόταν την υπογραφή της προϊσταμένης, μιας ξερακιανής κοκκινομάλλας γύρω στα σαράντα που καθόταν αμίλητη και σοβαρή πίσω από το μεγάλο, μαύρο γραφείο της. Κανείς δεν του μιλούσε και δεν τον κοιτούσε. Προσπαθούσε να πίνει το τσάι του αθόρυβα και προσευχόταν να μην αργήσουν ο πατέρας κι η αδερφή του να κάνουν την εμφάνισή τους και να τον πάρουν στο σπίτι.

Την ηρεμία διέκοψε μια ευτραφής νοσοκόμα με κοντά καστανά μαλλιά και διαπεραστικά μπλε μάτια. Όρμησε στο γραφείο και σωριάστηκε στην πολυθρόνα απέναντι από την κοκκινομάλλα, αναστενάζοντας. Στην συνέχεια έβγαλε τα παπούτσια της κι άρχισε να μαλάζει τα πρισμένα πόδια της: «Δεν αντέχω άλλο, αυτές οι σκάλες, αυτοί οι διάδρομοι θα είναι το τέλος μου! Πάνω κάτω κάθε δυο ώρες, πέντε μέρες την εβδομάδα». «Σου κάνει καλό», απάντησε η γυναίκα πίσω από το γραφείο, χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από τα έγγραφα που διάβαζε, «γυμνάζεσαι». «Να μου λείπει τέτοια γυμναστική» αντιγύρισε η νοσοκόμα υψώνοντας τη φωνή της «και κυρίως να μου λείπουν οι ερωτήσεις κι οι υποδείξεις των επισκεπτών. Το ξέρεις ότι κάποιοι από τους συγγενείς είναι πιο παράξενοι από τους ασθενείς; Είναι μετά ν' απορεί κανείς που οι κακόμοιροι κατέληξαν στην κλινική; Δεν μου λες, η καινούργια γιατί είναι εδώ;» Η προϊσταμένη σήκωσε το βλέμμα της από τα χαρτιά και την κάρφωσε ανήσυχα. «Θα τα πούμε σε λίγο στην ενημέρωση». «Ρωτάω γιατί προσπάθησα να την πείσω να λουστεί, μα αρνείται να βγάλει το καπέλο της. Τι; Δεν κατάλαβα. Ποιος; Μα τι προσπαθείς να μου πεις; Να φανταστείς τα κορίτσια της κόλλησαν ήδη παρατσούκλι.» H νοσοκόμα είχε υψώσει κι άλλο τη φωνή της και με θεατρικό τρόπο είχε τονίσει μία μία τις λέξεις: «Η κυρία με το καπέλο»: The Lady with the hat. Στην συνέχεια είχε στραφεί προς στο μέρος του Άντριου χαμογελώντας και τον είχε ρωτήσει αν ήθελε ακόμα ένα μπισκότο.


Περιοδικό "το κοράλλι" τεύχος 9, Απρίλιος-Ιούνιος 2016


Wednesday, September 21, 2016

Η Εκδρομή - Τα Νέα - βιβλιοδρόμιο

Ο Παύλος και η Νάντια αποφασίζουν στον χώρο και στον χρόνο μιας εκδρομής να ανιχνεύσουν την υποδομή και τις προοπτικές της σχέσης τους. Τα αποτελέσματα αυτής της διερεύνησης δεν καταλήγουν στον ίδιο βαθμό αυτεπίγνωσης και για τους δύο. μυθιστόρημα ψυχογραφικής στόχευσης με έντονο το επικαιρικό στοιχείο, με διεισδυτικές εστιάσεις στην υπόθεση της παθολογίας της σχέσης ανάμεσα στα δύο φύλα, με ισορροπημένη εναλλαγή διαλόγου και τριτοπρόσωπης αφήγησης και με λεπτουργημένη αποτύπωση του φόβου, του δισταγμού, των ανομολόγητων σκέψεων, των εμμονών και της βαθύτερης κυρίαρχης επιδίωξης των πρωταγωνιστών για επιβολή και έλεγχο. Είναι το πέμπτο πεζογραφικό έργο της συγγραφέως που έχει επίσης γράψει το δοκίμιο « Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας»


από τον Θεοδόση Νικολαΐδη στην εφ. Τα Νέα - Βιβλιοδρόμιο

Η Εκδρομή: video

To video από τη βραδιά παρουσίασης της Εκδρομής