Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η συλλογή «Μεσημβρινές Συνευρέσεις» αποτελείται από 8 διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και για διαφορετικούς λόγους. Οι περισσότερες ιστορίες είναι δοσμένες σε πρώτο πρόσωπο και σχεδόν όλες περιγράφουν χαρακτήρες που βρίσκονται σε κάποια ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ή σημαντική στιγμή της ζωής τους. Το ανθρώπινο σώμα και η θέση του στον κόσμο σήμερα, ο τρόπος που το γυναικείο και το ανδρικό σώμα επικοινωνούν, η εγγενής σωματοποίηση της εμπειρίας, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, η ντροπή, ο πόνος κι η ηδονή, ο φόβος της φθοράς και του θανάτου που πηγάζουν από την σάρκα και επιστρέφουν σε αυτήν, είναι ο κοινός άξονας που συνδέει τα αφηγήματα.
Με τόσες ενδιαφέρουσες ψυχογραφημένες προσωπικότητες που κυκλοφορούν στις σελίδες, γιατί επιλέξατε την φόρμα του διηγήματος;
Ήθελα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ σε κάτι διαφορετικό. Δεν αισθανόμουν την επιθυμία να παρουσιάσω χαρακτήρες σε εξέλιξη, αλλά ήρωες σε κάποια σημαντική ή ασυνήθιστη στιγμή της ζωής τους, εμβαθύνοντας περισσότερο σε συναισθήματα και διαθέσεις και όχι στην ανάπτυξη κάποιου λογοτεχνικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η φόρμα του διηγήματος σωστά χρησιμοποιημένη δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να προκαλέσει εντονότερες σκέψεις και συναισθήματα στον αναγνώστη από ότι ένα μυθιστόρημα που κινητοποιεί άλλου είδους αναγνωστικές διαδικασίες.
Ένα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα θέματα των διηγημάτων είναι η αδυναμία των ανθρώπων να συμβιβαστούν με το σώμα τους – οι σχετικές περιγραφές είναι διεισδυτικότατες.
Υποτίθεται ότι στην εποχή μας το σώμα βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου χώρου. Στην ουσία όμως μένουμε στην επιφάνεια, για παράδειγμα στη διατήρηση της νεότητας με κάθε μέσο και μιλάμε ελάχιστα για το πως ο καθένας μας βιώνει πραγματικά την αλλαγή, τη φθορά και την επαφή με το σώμα του άλλου. Η έμφαση στην εικόνα του σώματος πολλές φορές συγκαλύπτει την σωματική εμπειρία κι αυτό είναι ένα παράδοξο το οποίο μπορεί να βοηθά, λόγου χάρη, τη βιομηχανία της διαφήμισης αλλά υπονομεύει την ταυτότητα του ανθρώπινου σώματος και τη διυποκειμενική εμπειρία.
Ακόμα, πολλοί παγιδεύονται στην εικόνα και την προσδοκία που έχουν οι άλλοι από αυτούς, όσο στενά και να σχετίζονται μαζί τους. Τελικά είμαστε αυτό που οι άλλοι περιμένουν να είμαστε, είμαστε αυτό που θέλουμε να δείχνουμε;
Εκτός από βιολογικές οντότητες τα σώματα είναι ιστορικές και κοινωνικές κατασκευές και γι αυτό οι σωματοποιημένες εμπειρίες μας πρέπει να εξετάζονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Από αυτή την άποψη η λογοτεχνία ως τέχνη έκφρασης της αληθινής εμπειρίας μπορεί να αποδώσει όψεις της ανθρώπινης πραγματικότητας με αποκαλυπτικό τρόπο. Είμαστε όλα αυτά που αναφέρεις στο μέτρο που δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τις εικόνες που έχουμε ήδη ενσωματώσει, από την επιθυμία μας να ευχαριστήσουμε τους άλλους, και από τα πρότυπα που ενστερνιζόμαστε.
Σε ορισμένα κομμάτια, όπως τα «Τιμώρησέ με» και «Μεσημβρινές συνευρέσεις» οι ηρωίδες γίνονται ερωτικά και σεξουαλικά αποδεκτές μόνο αν «υποδυθούν» τους ρόλους που τους ανατίθενται. Ο έρωτας δηλαδή φαίνεται να αφορά περσόνες κι όχι πρόσωπα. Γνωρίζετε πολλές τέτοιες περιπτώσεις;
Υπάρχουν δύο τρόποι για να απαντηθεί η ερώτησή σας. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η γυναίκα αποκτά τα ‘γυναικεία’ της γνωρίσματα μιμούμενη κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, π.χ., η ‘μοιραία’ γυναίκα, η ‘Λολίτα’, τους οποίους αναπαράγει σε κάθε νέα ερωτική σχέση. Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, όταν προσεγγίζουμε την ερωτική επαφή σαν μια πράξη με συμβολικό νόημα με σκοπό να αποκαταστήσουμε ελλιπή κομμάτια του εαυτού μας, (την σχέση με τον πατέρα ή τη μητέρα που πέθανε όταν ήμασταν παιδιά, για παράδειγμα), ή όταν βλέπουμε την επαφή σαν ένα παιχνίδι επιβολής και εξουσίας, καταλήγουμε να υιοθετούμε περσόνες που μας απομακρύνουν από την αυθεντικότητα και την ευχαρίστηση που προσφέρει η ερωτική πράξη όταν πηγάζει από ειλικρινή επιθυμία για τον άλλο. Και ναι, γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που λειτουργούν ερωτικά μέσα από έναν ρόλο είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, ή που το έχουν κάνει σε κάποια στιγμή της ζωής τους.
Το περιβάλλον των χαρακτήρων είναι μια πανάσχημη μεγαλούπολη, τα άθλια ξενοδοχεία, ένα βρώμικο και καταθλιπτικό περιβάλλον. Σε άλλο περιβάλλον θα είχαν καλύτερη τύχη;
Οι ήρωές μου κινούνται σε σταθμούς τρένων, καφέ, φτηνά ξενοδοχεία, οίκους ανοχής, μέρη που συμβολίζουν την ρευστότητα της επαφής, την προσωρινότητα της ύπαρξης. Άνδρες και γυναίκες μόνοι, ευάλωτοι, γεμάτοι αδυναμίες, πάθος και φόβο για τη ζωή στον ίδιο βαθμό. Πρόσωπα κρυμμένα πίσω από περσόνες κι εμμονές σε μια μόνιμη αναζήτηση που νοηματοδοτεί την ύπαρξή τους.
Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στον ιστοχώρο του Λάμπρου Σκουζάκη:





