Tuesday, April 22, 2014

Mister Macchiato

Mister Macchiato


Εύα Στάμου


περιοδικό Κοράλλι, τχ 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2014


Το καφέ βρισκόταν στην περιοχή του Κάραβελ, σ’ έναν δρόμο πολυσύχναστο, ανάμεσα σε άλλα μαγαζιά. Τα κορίτσια που δούλευαν εκεί, νεαρές φοιτήτριες οι περισσότερες, έδιναν στο μέρος μια δροσιά κι ένα ενδιαφέρον που δεν υπήρχε στα καφενεία της γειτονιάς με την παλιομοδίτικη διακόσμηση και τους κουρασμένους σερβιτόρους που είχαν δει πολλά τα μάτια τους και τα πόδια τους είχαν διανύσει χιλιόμετρα μπρος πίσω από την σάλα στην κουζίνα, φορτωμένοι δίσκους με ελληνικούς και φραπέδες. 
Όχι μόνο οι εργαζόμενες μα και οι πελάτες είχαν κάτι διαφορετικό: νέοι ή καλοδιατηρημένοι μεσήλικες που εργάζονταν στα γύρω γραφεία και στο Πανεπιστήμιο- έδειχναν εύποροι, ταξιδεμένοι, μοντέρνοι, κι η συμπεριφορά τους είχε κάποιαν επιτήδευση. Είχαν συνηθίσει να παραγγέλνουν ιταλικούς καφέδες με δυσπρόφερτα ονόματα, όπως δυσπρόφερτο ήταν και το γαλλικό όνομα του μαγαζιού που η πλειονότητά τους κακοποιούσε άθελά της συστηματικά. Ο πενηντάρης ιδιοκτήτης που είχε περάσει τη νεότητά του στο Παρίσι και αγαπούσε μάλλον επιδεικτικά την γαλλική κουλτούρα, είχε πλέον σταματήσει να εκνευρίζεται με την αδυναμία τους να το προφέρουν σωστά, είχε πάψει ακόμα και να τους διορθώνει, όπως έκανε αυθόρμητα στην αρχή της λειτουργίας του καταστήματος.
Ο Mister Macchiato ήταν ψηλός και καλοφτιαγμένος. Οι σερβιτόρες τον υπολόγιζαν γύρω στα τριανταπέντε. Είχε αθλητικό στυλ, ήταν πάντα ντυμένος απλά αλλά ακριβά. Συνήθως κουβαλούσε μαζί του ένα λάπτοπ και περνούσε την ώρα του να γράφει. Τα όμορφα καστανά μάτια του είχαν πυκνές, μαύρες βλεφαρίδες λες και τις είχε βάψει και γυρίσει με το ειδικό ψαλίδι που χρησιμοποιούν οι γυναίκες πριν τη βραδινή τους έξοδο. Ζητούσε πάντα διπλό macchiato, εξ ου και το παρατσούκλι που του είχε κολλήσει η Χαρά που ετοίμαζε τους καφέδες και θυμόταν τις προτιμήσεις των σταθερών πελατών.
Η Νάντια τον έβρισκε πολύ ελκυστικό. Τον είχε δει κάποιες κάμποσες φορές στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, αλλά δεν ήταν σίγουρη για την ιδιότητά του. Αναρωτιόταν αν ήταν καθηγητής ή επιστημονικός συνεργάτης από άλλη πόλη. Ο Μister Μacchiato είχε εμφανιστεί ξαφνικά κι από την στιγμή που τον είχε προσέξει, τον έβλεπε διαρκώς μπροστά της. Απέφευγε να τον σχολιάζει με τις υπόλοιπες σερβιτόρες, δεν ήθελε να ξέρουν τι σκέφτεται, δεν της άρεσε να εκτίθεται. Ήταν σχετικά καινούργια στη δουλειά, δεν αισθανόταν μέλος της 'συμμορίας', προτιμούσε να μην μιλάει για τον εαυτό της και να είναι ευγενική με όσες εργάζονταν στο μαγαζί χρόνια κι είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη του αφεντικού. 
Την τελευταία φορά που τον σέρβιρε ήταν ένα Μαρτιάτικο πρωινό που ο δυνατός, παγωμένος αέρας, απέτρεπε τους πελάτες απ’ το να κάθονται στα τραπεζάκια που ήταν αραδιασμένα στο πεζοδρόμιο. Το αφεντικό είχε μαζέψει την τέντα και η Νάντια με μια άλλη κοπέλα, είχαν αφαιρέσει τα μαξιλάρια από τις καρέκλες και μαζί με τα τασάκια και τους καταλόγους τα είχαν αποθηκεύσει στο εσωτερικό του μαγαζιού. Ήταν μια μέρα δυσάρεστη, ο άνεμος και τα βαριά σύννεφα που εμπόδιζαν τις ακτίνες του ήλιου να φτάσουν μέχρι τη γη δημιουργούσαν στον κόσμο μίαν ανεξήγητη υπερδιέγερση, άγχος, και δυσφορία. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε η Νάντια που συνήθιζε να προβάλλει τα δικά της αισθήματα στην συμπεριφορά των άλλων.
Είχε αναγκαστεί να μαζέψει τα καστανόξανθα μαλλιά της σ’ έναν ατημέλητο κότσο, προκειμένου να μπαινοβγαίνει στο μαγαζί με άνεση για οτιδήποτε χρειαζόταν -όπως τα τσιγάρα του αφεντικού από το απέναντι περίπτερο- χωρίς ο άνεμος να τ’ ανακατεύει.
Είδε τον Μr Μacchiatto να διασχίζει το δρόμο κι η καρδιά πετάρισε στο στήθος της. Ο άντρας άνοιξε απότομα την πόρτα και περιεργάστηκε για λίγο τον χώρο, εστιάζοντας την προσοχή του στα άδεια τραπέζια. Βιαστικός κάθισε σε κείνο πίσω από τη βιτρίνα όπως ήταν σίγουρη η Νάντια ότι θα έκανε. Αν δεν φοβόταν ότι θα τραβήξει την προσοχή των δύο κοριτσιών που δούλευαν μαζί της εκείνο το πρωινό και κυρίως της μεγαλύτερης, της Χαράς, υπεύθυνης για την προετοιμασία των καφέδων, θα έλυνε τον άχαρο κότσο της πριν πλησιάσει το τραπέζι του.
Φρόντισε να πάρει το καλύτερό της χαμόγελο και τον προσέγγισε πατώντας στις μύτες των αθλητικών παπουτσιών της. Πριν προλάβει εκείνος να την αντιληφθεί, τον χαιρέτησε, όχι χωρίς κάποιο νάζι:
«Καλημέρα, τι κάνετε; Διπλό macchiatto;»
Ο άντρας γύρισε ξαφνιασμένος και την περιεργάστηκε. Η Νάντια αναρωτήθηκε γιατί έδειχνε ενοχλημένος. Η απάντησή του ήρθε κοφτή: «Όχι, έναν καπουτσίνο θέλω».
Χαμήλωσε το κεφάλι και προχώρησε βιαστικά στην κουζίνα να δώσει την παραγγελία. Ήταν ιδέα της ή την είχε αγριοκοιτάξει; Αυτή η εντύπωση ήταν αρκετή για να της χαλάσει τη διάθεση και να δώσει στο ωοειδές πρόσωπό της μία μελαγχολική έκφραση που σίγουρα δεν θα έκανε χαρούμενο το αφεντικό. Ευτυχώς εκείνη την ώρα ήταν στην αποθήκη του κάτω ορόφου και υπολόγιζε τις προμήθειες της εβδομάδας. 
Η Νάντια ταράχτηκε τόσο που για αρκετή ώρα δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο. Πήρε δυο παραγγελίες, καθάρισε ένα τραπέζι που άδειασε και είδε την Χαρά να της νεύει.«Έλα κορίτσι μου, έτοιμος ο καφές. Πώς έγινε τέτοιο θαύμα κι ο Μr Μacchiato πήρε καπουτσίνο σήμερα;» Απάντησε κάτι μέσα απ’ τα δόντια της και μ’ ελαφρώς τρεμάμενα χέρια πλησίασε ακόμα μία φορά τον άντρα. Ακούμπησε διακριτικά στο τραπέζι το δισκάκι με το φλιτζάνι, το μπισκότο και το νερό. «Ευχαριστώ» είπε εκείνος ψυχρά, χωρίς να σηκώσει κεφάλι από τον υπολογιστή.
Η Νάντια έκανε πεντάλεπτο διάλειμμα για να καπνίσει στο πεζοδρόμιο, μπροστά από τη βιτρίνα, στο σημείο που βρίσκονταν παραταγμένα τα -άδεια σήμερα - τραπέζια. Με δυσκολία άναψε τσιγάρο. Ο αέρας έφερνε ξερά φύλλα, χαρτιά παντός είδους, και άλλα απορρίμματα προς το μέρος της. Ένιωθε κακόκεφη. Η αρχική έκπληξη για την συμπεριφορά του Μr Μachiatto είχε μετατραπεί σε παράπονο κι έναν δειλό, ασθενικό θυμό. Μήπως με κάποιον τρόπο τον είχε προσβάλει; Ή μήπως καταλάβαινε ότι της άρεσε κι ήθελε να της το ξεκόψει; Όλοι οι περίεργοι σ΄αυτήν τύχαιναν! Και σε τελική ανάλυση, ποιος νόμιζε ότι είναι ο τύπος; Τι είχαν πάθει όλοι και μόλις τους έδειχνες λίγη ευγένεια, το παίρναν πάνω τους; Και τώρα που το καλοσκεφτόταν ήταν τσιγκούνης, τα φιλοδωρήματα που άφηνε πάντα μικροποσά από τα κέρματα που του επέστρεφε στα ρέστα. Άσε που δεν τον είχε δει ποτέ με γυναίκα, λες να ήταν γκέι;  Δυο τρεις φορές είχε εμφανιστεί με φίλους. συνήθως μόνος έπινε τον καφέ του. 
Πέταξε την γόπα του τσιγάρου στο τασάκι που ήταν γεμάτο με νερό. Πάει, τελείωσε, είχε βαρεθεί. Τόσες ώρες ορθοστασία και τα χρήματα ελάχιστα. Καλύτερα να είχε κυνηγήσει τη δουλειά στο μπαρ, τότε που της δόθηκε η ευκαιρία. «Δεν είσαι εσύ για τέτοια γλυκιά μου» της είχε πει ο ιδιοκτήτης αγγίζοντάς την φιλικά στον ώμο «δεν σου ταιριάζει. Η φίλη σου, μάλιστα! Σκληρό καρύδι, αποφασισμένη να κάνει λεφτά. Εσύ είσαι, πώς να το πω, αθώα ψυχή, δεν έχεις ζήσει δύσκολα, θα πιεστείς πολύ εδώ μέσα, κι αυτό δεν το θέλω.» Με μια απότομη κίνηση τον είχε αναγκάσει να τραβήξει το χέρι του απ’ τον ώμο της. Τα είχε μαζέψει κι είχε φύγει, παρόλο που επέμενε να την κεράσει ουίσκι. «Για το καλό σου ενδιαφέρομαι» είχε συνεχίσει εκείνος. «Όλες οι δουλειές δεν κάνουν για όλους τους ανθρώπους. Η νύχτα είναι δύσκολο πράγμα, θέλει, πώς να το πω, συγκεκριμένα χαρίσματα, θέλει αντοχές. Εσύ είσαι παιδί ευγενικό, ευαίσθητο, με καταλαβαίνεις;»
Είχε βιαστεί να πει πως τον καταλάβαινε κι είχε φύγει σχεδόν τρέχοντας. Στην δεκαπεντάλεπτη διαδρομή με τα πόδια ως την πλατεία Κολωνακίου που είχε ραντεβού με δυο φίλες για ποτό, αναρωτιόταν διαρκώς αν την είχε απορρίψει λόγω της εμφάνισής της, αν δεν του είχε φανεί αρκετά εντυπωσιακή για τη δουλειά στο μπαρ. Όχι ότι η Ελβίρα που την είχε συστήσει στον ιδιοκτήτη ήταν καμιά οπτασία-σκέφτηκε θυμωμένη- αλλά, να, ήταν σέξυ, αυτό έλεγαν όλοι. Κολλητά παντελόνια, τακούνια, οξυζενέ στο μαλλί και βαρύ μακιγιάζ, ό,τι έπρεπε για τη δουλειά στο μπαρ. Ό,τι έπρεπε για να μαζεύει τα λεφτά των λιγούρηδων εν μέσω οικονομικής κρίσης, την στιγμή που η Νάντια έλιωνε στην ορθοστασία για φιλοδωρήματα ανάξια λόγου. Η διασκέδαση ήταν για κάποιους συνυφασμένη με το ποτό, το τσιγάρο και τα νεαρά και κυρίως πρόθυμα για κουβέντα κορίτσια του ψευτοκυριλέ κωλάδικου που είχε προσλάβει την Ελβίρα με τη μία, με την ίδια δηλαδή ευκολία που είχε απορρίψει τη Νάντια. Αν ήταν λίγο πιο ξεβγαλμένη, λίγο πιο θαρραλέα, θα μπορούσε να βγάζει κι εκείνη, όπως η φίλη της, τα φιλοδωρήματα ενός μήνα, σε μια βραδιά.
Το αφεντικό της ένευσε πως ήταν ώρα για διάλειμμα. Ο νεαρός μάγειρας, υπεύθυνος για την κουζίνα  - τις σαλάτες, και τα σάντουιτς που σέρβιρε το κατάστημα - της είχε ετοιμάσει μια πίτσα με προσούτο και χυμό πορτοκάλι, όπως του είχε ζητήσει στην αρχή της βάρδιας της. Ήταν η σειρά της να καταλάβει το τραπεζάκι στο πίσω μέρος του μπαρ, εκεί που το προσωπικό είχε την ευκαιρία ξαποστένοντας για λίγα λεπτά, να φάει, να μιλήσει στο κινητό, να παρατηρήσει μισοκρυμμένο πίσω απ’ τον πάγκο τους θαμώνες. Άφησε την ματιά της να περιεργαστεί τον Mr. Macchiatto, το μελαψό πρόσωπο με τα αρμονικά χαρακτηριστικά, το ευθυτενές σώμα με το λευκό πουκάμισο και το τζιν παντελόνι. Ο άντρας έγραφε με μανία στον υπολογιστή. Που και που έπαιρνε το βλέμμα του απ΄την οθόνη και το κάρφωνε στο κενό, μουρμουρίζοντας μέσα απ΄τα δόντια του. Λες να ήταν συγγραφέας; Και να ήταν άραγε τα κείμενά του επιστημονικού περιεχομένου ή μήπως έγραφε μυθιστορήματα; Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μάθαινε ποτέ. 
Τελείωσε το φαγητό και βάλθηκε να πιπιλάει τα παγάκια που νέρωναν τον χυμό της, παίζοντας ταυτόχρονα με το καλαμάκι ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Τα δάχτυλα του δεξιού είχαν τυλιχτεί σε μια μπούκλα που ξέφευγε απ’ τον άτεχνο κότσο της. Για λίγα λεπτά δεν σκεφτόταν απολύτως τίποτα, δεν έβλεπε και δεν άκουγε κανέναν. Ένα αόρατο πέπλο που την κρατούσε αποκομμένη από το περιβάλλον, ανίκανη για οποιαδήποτε αντίδραση, είχε κατέβει ξαφνικά μπροστά της, σαν ρολό που χώριζε τον χώρο σε δύο τμήματα. Δεν ξέρει πόση ώρα έμεινε έτσι στο πουθενά μέχρι που η αναχώρηση του  Mr. Macchiatto την επανέφερε στο εδώ και το τώρα. Με ζήλια τον είδε να χαμογελά στην συνάδελφο που του έφερε τα ρέστα και να της πιάνει συζήτηση. Δεν κατάφερε ν’ ακούσει τι έλεγαν μα το γέλιο τους έφτασε ως εκείνη δημιουργώντας της ακόμα μια φορά ένα αίσθημα ματαιότητας. 
Σηκώθηκε απότομα, αποφασισμένη να μην ξανασχοληθεί μαζί του. Άρχισε να καθαρίζει το τραπέζι με μανία. Είχε σοβαρότερα πράγματα να κάνει απ’ το να πιθανολογεί γιατί συμπεριφέρεται έτσι ή αλλιώς ο κάθε νάρκισσος που τύχαινε να μπει στο μαγαζί για έναν καφέ. 

Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Κοκκινόχωμα από μια κοντινή οικοδομή, ανακατεμένο με λογής λογής σκουπίδια είχε συγκεντρωθεί στο πλατύ πεζοδρόμιο με τα τραπέζια. Το αφεντικό τής έκανε νόημα να πιάσει το φαράσι και την σκούπα και να συγυρίσει την πρόσοψη. Με σκυμμένο το κεφάλι ξεκίνησε να εκτελεί το καθήκον που της υπέδειξε. Άφησε την σκέψη της να πετάξει σε άλλα θέματα: τη μάνα της στο χωριό, την εξεταστική, το νοίκι που εκκρεμούσε, την έξοδο του Σαββάτου με μια παρέα από τη σχολή κι αν θα της περίσσευαν λεφτά ν’ αγοράσει κανένα καινούριο φόρεμα. Ο Mr. Macchiatto τοποθετήθηκε στη μνήμη της κι ήξερε ότι σύντομα θα πίεζε τον εαυτό της να τον μεταφέρει στο καλαθάκι με τα απορρίμματα κι ύστερα, όταν θα τον είχε βγάλει εντελώς απ’ το σύστημά της, θα πατούσε «Διαγραφή».

1 comment:

negentropist said...

Ορισμένοι προτιμούμε το κλασσικό μεν, αλλά σαφέστερο μήνυμα :

Game Over !

Νά'σαι καλά !

:)