Friday, July 22, 2011

ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ


Αναδημοσίευση του διηγήματός μου για τις 'Ιστορίες με καλό τέλος' από την εφημερίδα Έθνος 21 Ιουλίου 2011



Μαζί με το αίτημα φιλίας στο φέισμπουκ τής έστειλε ένα σύντομο μήνυμα: «Έχετε μία υπέροχη και βελούδινη όψη». Πέρασε τα επόμενα πέντε λεπτά να κοιτάζει τη φωτογραφία του: έξυπνα, πράσινα μάτια, φιλικό χαμόγελο. Τον υπολόγισε γύρω στα σαράντα αν και πουθενά δεν αναγραφόταν η ηλικία του. Παντρεμένος με δύο παιδιά, οδοντίατρος. Στις φωτογραφίες τα παιδιά έδειχναν μικρά, μάλλον προσχολικής ηλικίας και η σύζυγος νεότερή του, κοκκινομάλλα, με καλοφτιαγμένο σώμα. Σκέφτηκε ότι ο τύπος ήταν στην ηλικία που είχε αρχίσει ν’ αναζητά περιπέτειες, κι αναρωτήθηκε αν αυτό ίσχυε και για τον Αλέκο, τον άνδρα της.

Τον πρόσθεσε στους φίλους της και δεν τον ξανασκέφτηκε, ώσπου ένα απόγευμα έλαβε το δεύτερο μήνυμά του. Της έλεγε πόσο εντυπωσιασμένος ήταν από τα κείμενά της στην εφημερίδα κι η Χριστίνα που ποτέ δεν ένιωθε αυτοπεποίθηση ως δημοσιογράφος πολιτικών κειμένων σ’ έναν κόσμο ανδροκρατούμενο, αισθάνθηκε μια γλυκιά ανατριχίλα να διαπερνά το κορμί της. Η επικοινωνία τους γρήγορα άλλαξε μορφή κι έγινε περισσότερο προσωπική. Ξεκίνησαν ανταλλάσσοντας απόψεις για την πολιτική κατάσταση και σταδιακά βρέθηκαν να μιλούν για τους ίδιους: που μεγάλωσαν, σε ποιο σχολείο πήγαν, ποια ήταν η οικογενειακή τους κατάσταση, πώς τους άρεσε να διασκεδάζουν στον ελεύθερο χρόνο τους.

Λίγες εβδομάδες χρειάστηκαν για να προχωρήσουν ακόμα ένα βήμα. Το πέρασμα από τη φιλία στον έρωτα, ή για ν’ ακριβολογούμε, στην σεξουαλική εκτόνωση, συνέβη ένα βράδυ που εκείνη ένιωθε θυμωμένη με τον αργοπορημένο Αλέκο που προτιμούσε να παίζει ποδόσφαιρο με τους φίλους του, από το να της κρατά συντροφιά. Σε κάτι που την ρώτησε ο Ιορδάνης η Χριστίνα απάντησε παιχνιδιάρικα, προκλητικά, ξαφνιάζοντάς τον ευχάριστα κι επιταχύνοντας την εξέλιξη της επαφής. Σύντομα μιλούσαν στο τηλέφωνο σχεδόν κάθε απόγευμα, ανάμεσα στα ραντεβού του Ιορδάνη στο ιατρείο, με τρόπο όλο και πιο τολμηρό. Νιώθοντας που και που ένοχη για τα όσα έλεγε στον συνομιλητή της και για όσα του επέτρεπε να της λέει, η Χριστίνα δεν παρέλειπε να του υπενθυμίζει ότι με τις ορμόνες που έπαιρνε για να μείνει έγκυος, βρισκόταν σε μόνιμη διέγερση για την οποία δεν ευθυνόταν η ίδια.


Κύλησαν έτσι μερικοί μήνες κάνοντας την ανάγκη μιας συνάντησης επιτακτική. Ήταν εκείνη που έριξε την ιδέα να βρεθούν στο Άμστερνταμ, όπου θα πήγαινε μετά από τρεις εβδομάδες για να καλύψει ένα συνέδριο Υγειονομικής Πολιτικής. Ο Ιορδάνης ενθουσιάστηκε με την πρότασή της κι άρχισε χωρίς καθυστέρηση να οργανώνει την έξοδό του από το οδοντιατρείο και την συζυγική στέγη. Στις μέρες που μεσολάβησαν ήταν κι οι δυο χαρούμενοι σαν παιδιά, μιλούσαν στο τηλέφωνο αρκετές φορές μέσα στη μέρα, τις πιο απίθανες στιγμές, γελώντας και σαχλαμαρίζοντας, ανταλλάσσοντας φαντασιώσεις για το επικείμενο σκασιαρχείο.

Η Χριστίνα έφτασε μία μέρα νωρίτερα, μέλος μιας συντροφιάς δημοσιογράφων. Παρακολούθησε κάποιες ομιλίες του συνεδρίου στο ξενοδοχείο Okura πήρε δύο σύντομες συνεντεύξεις, και το βράδυ δείπνησε με τους συνέδρους σ’ ένα φημισμένο Νεπαλέζικο εστιατόριο στην Herengracht. Μία πράσινη σάλτσα απροσδιόριστης προέλευσης της αναστάτωσε το στομάχι κι έτσι αποφάσισε να επιστρέψει νωρίς στην γραφική πανσιόν όπου είχε κλείσει δωμάτιο στην άκρη της πόλης και να ξεκουραστεί. Είχε ξανάρθει στο Άμστερνταμ, είχε δει τις γκαλερί και τα υπόλοιπα αξιοθέατα, -είχε κάνει το χρέος της, σκέφτηκε περιπαιχτικά-, η αυριανή μέρα θα ήταν αφιερωμένη στον Ιορδάνη.

Σηκώθηκε πριν ακόμα ξημερώσει. Έκανε ντους, έβαλε κρέμες, αρώματα και μακιγιάζ, φροντίζοντας να μην το παρακάνει κι έφυγε για το συνέδριο, όπου παρακολούθησε τις πρωινές ομιλίες. Κατά τις δώδεκα επέτρεψε στον εαυτό της να αποχωρήσει και να περιπλανηθεί στην πόλη. Είχε όση ώρα χρειαζόταν πριν την άφιξη του υποψήφιου εραστή της για να νιώσει ανασφαλής με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Τηλεφώνησε στον Αλέκο να τον ρωτήσει αν την αγαπά, έφαγε ένα παγωτό σοκολάτα κι αυτόματα σχεδόν μετάνιωσε για την υπερβολική κατανάλωση θερμίδων, περπάτησε πάνω κάτω στα κεντρικά καταστήματα εξετάζοντας κι επικρίνοντας την εικόνα της που έβλεπε ν’ αντανακλάται στις βιτρίνες: ήταν λάθος να φορέσει αυτή την στενή φούστα, τα τακούνια της ήταν υπερβολικά ψηλά, τα μαλλιά της δεν είχαν καθόλου όγκο κι αυτά τα γυαλιά ηλίου δεν κολάκευαν το στρογγυλό πρόσωπό της. Έπρεπε να χαλαρώσει επειγόντως, να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση και τη γοητεία της, αυτή τη γοητεία που ώθησε έναν άγνωστο άνδρα να μπει στο αεροπλάνο και να την ακολουθήσει.

Το Baba Cafe είχε ελάχιστο κόσμο. Αν και κανείς δεν έδειχνε να την παρατηρεί, ένιωθε σαν ξένο σώμα. Οι παρέες και οι σερβιτόροι ήταν πολύ νεότεροί της κι αυτό την κόμπλαρε. Δεν είχε ποτέ της καπνίσει μαύρο, οι παρεκτροπές της περιορίζονταν σε δυο τρία γερά μεθύσια στο λύκειο κι άλλα τόσα στο πανεπιστήμιο. Η ξερακιανή ξανθιά που πήρε την παραγγελία την κοίταξε ειρωνικά ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Ζήτησε καφέ κι ύστερα διάλεξε ένα έτοιμο, στριμμένο τσιγάρο από ένα δισκάκι που η σερβιτόρα κράτησε μπροστά της ανυπόμονα. Άρχισε να καπνίζει δειλά, με αβέβαιες, κοφτές ρουφηξιές. Και τότε παρατήρησε μια παρέα κοριτσιών πολύ κοντά της που έπιναν τσάι κι έτρωγαν κέικ. Space cake έγραφε ο κατάλογος, κι η Χριστίνα είπε να το δοκιμάσει κι αυτό, αφού το τσιγάρο είχε καταφέρει απλά να της φέρει πονοκέφαλο. Καλύτερα το κέικ, σκέφτηκε να μην μυρίζει κιόλας, να μην αφήνει ίχνη.

Τελείωσε τον καφέ και το κέικ, λίγο πριν την καθορισμένη ώρα του ραντεβού της με τον Ιορδάνη στην Rembrandts plein. Χτένισε τα μακριά της μαλλιά, έβαλε κραγιόν. Ύστερα φόρεσε τα μαύρα γυαλιά και ξεκίνησε. Αισθανόταν ανάλαφρη, αισιόδοξη και πάνω απ’ όλα ερωτική. Οι ανασφάλειές της είχαν υποχωρήσει κι είχαν δώσει τη θέση τους στην ανυπομονησία.

Τον αναγνώρισε εύκολα. Φορούσε κόκκινο πουκάμισο, λευκό παντελόνι κι είχε μια μαύρη τσάντα περασμένη στο ώμο, όπως ακριβώς της είχε γράψει στο τελευταίο του μήνυμα. Ήταν αρκετά πιο κοντός από ό,τι μπορούσε να μαντέψει απ’ τις φωτογραφίες του και φαινόταν μεγαλύτερος. Λίγο αργότερα παρατήρησε ότι τα μαλλιά του είχαν αρχίσει ν΄αραιώνουν.

Έτρεξε καταπάνω του σαν να τον γνώριζε χρόνια. Εκείνος έμοιαζε να τα χάνει με την τόση οικειότητα, σαν κάτι να τον συγκρατούσε απ’ το να την εμπιστευτεί. Το τσιγάρο και το κέικ την έκαναν ομιλητική, σχεδόν δεν τον άφηνε να πει κουβέντα. Ομιλητική και γελαστή. Της πρότεινε να κάνουν μια βόλτα στο κέντρο και να καθίσουν κάπου για φαγητό, πρώτη του φορά στο Άμστερνταμ, ας πάρει και μια γεύση της πόλης πριν αράξουν στο ξενοδοχείο, της είπε πονηρά. Τον ακολούθησε παραπατώντας ελαφρά, γελώντας όλο και πιο εύκολα, όλο και πιο δυνατά. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν κάτω από τα γυαλιά ηλίου, δάκρυα χαράς, που η Χριστίνα παρέλειπε να σκουπίζει. Κάθισαν σ’ ένα γαλλικό εστιατόριο με θέα τα κανάλια, παρατηρώντας τους ποδηλάτες να περνούν. Ο καιρός ήταν πραγματικά γλυκός. Ο Ιορδάνης την κοιτούσε ανήσυχα. Σούπα και μπιφτέκι για κείνον, κόκα κόλα για τη Χριστίνα. Αναγκάστηκε να του μιλήσει για την περιπέτειά της. «Τώρα ανακουφίστηκα», σχολίασε ο Ιορδάνης, «νόμιζα ότι είσαι πάντα έτσι». Η Χριστίνα γέλασε τόσο ηχηρά που στράφηκαν από όλα τα τραπέζια και τους περιεργάστηκαν

Στη διαδρομή προς το ξενοδοχείο χρειάστηκε να την στηρίζει για να μην παραπατά, αλλά το δυσκολότερο ήταν τα στενά, ψηλά σκαλοπάτια. Εκείνη αναγκάστηκε να βγάλει τα παπούτσια της και να σηκώσει κι άλλο την κοντή της φούστα για να τα καταφέρει ν’ ανέβει, τράβηξαν τόση προσοχή που ο Ιορδάνης ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Αν θαύμαζε κάτι στη γυναίκα του, ήταν ο αυτοέλεγχος, η κομψότητα κι η αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετώπιζε όλες τις καταστάσεις --η Χριστίνα είχε αρχίσει να τον απογοητεύει.

Το βράδυ δεν εξελίχθηκε όπως το είχαν σχεδιάσει. Η Χριστίνα αρνιόταν να βγάλει τα ρούχα της και να πλυθεί, ο ήχος και μόνο του νερού της προκαλούσε υστερία. Πέρασε τη βραδιά να τρώει σοκολάτες με γέμιση φράουλα και να παρακολουθεί τηλεόραση, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα. Ο Ιορδάνης βγήκε μια βόλτα, κάθισε σ’ ένα μπαράκι κι ήπιε δυο μπίρες. Όταν επέστρεψε ελπίζοντας, η Χριστίνα κοιμόταν με τα ρούχα στο κέντρο του κρεβατιού, μαύρα και κόκκινα δάκρυα από το μακιγιάζ και σάλια κάλυπταν το πρόσωπό της. Εκείνος πέρασε τη νύχτα στην πολυθρόνα ν’ αναρωτιέται πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο ανώριμη μια γυναίκα τριανταέξι ετών.

Κατέβηκε μόνος του για πρωινό και έναν σύντομο περίπατο και το μεσημεράκι που συναντήθηκαν η Χριστίνα είχε μεν συμμαζευτεί και αλλάξει ρούχα, αλλά όπως του εκμυστηρεύτηκε, της ήταν αδύνατον να κάνει ντους ή ν’ αφήσει οποιονδήποτε να την αγγίξει. Και αυτό το τόνισε υψώνοντας τη φωνή της. Περπάτησαν στην πόλη και με προθυμία τον βοήθησε να διαλέξει δώρα για την οικογένειά του. Κάθισαν για φαγητό στο λόμπυ του Best Western, κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων. Ένας υπόγειος εκνευρισμός και μια άκομψα καλυμένη επιθετικότητα μεταδιδόταν απ’ τον ένα στον άλλο. Η μαγεία είχε χαθεί οριστικά.

Στην πτήση της επιστροφής την είχε καταλάβει μια απίστευτη χαρά, κάτι σαν ευγνωμοσύνη που είχε έναν υπέροχο -και ψηλό, τόνισε στον εαυτό της- άνδρα, να την περιμένει. Αν το καλοσκεφτόταν, όλα έγιναν όπως έπρεπε. Είχε πάρει τις συνεντεύξεις που της είχαν ζητήσει από την εφημερίδα, είχε κάνει τα ψώνια της, είχε ζήσει την παρεκτροπή της, μια έντονη περιπέτεια που χρωστούσε στον εαυτό της από την εποχή της εφηβείας της, και, το κυριότερο, είχε αποφύγει να προδώσει τον Αλέκο, να θέσει την σχέση τους σε κίνδυνο για έναν άνδρα που δεν έβρισκε πραγματικά ελκυστικό. Όλα καλά λοιπόν. Ας όψεται το Space cake!

1 comment:

Babis Dermitzakis said...

Υπέροχο Εύα μου. Θα το ξαναδιαβάσω όταν θα το εκδώσεις σε βιβλίο με άλλα σου διήγήματα. Είδες το facebook?