Tuesday, June 28, 2011

Το φύλο της ταυτότητας



Αναδημοσίευση του άρθρου μου από την εφημερίδα Το ΒΗΜΑ


Σε κάθε ταυτότητα αντιστοιχεί μια ετερότητα. Η πρόσφατη συζήτηση για την κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των μεταναστών, παρά τη σημαντική πρόοδο που μπορεί να επιφέρει για τη δίκαιη λύση ενός μείζονος προβλήματος, τείνει να επικαλύψει τη συνθετότητα της μεταναστευτικής ταυτότητας. Και μια βασική συνιστώσα διαφοροποίησης του μεταναστευτικού πληθυσμού είναι σίγουρα το φύλο. Αν ο μετανάστης εκπροσωπεί την ετερότητα στη γηγενή ταυτότητα, η μετανάστρια αποτελεί την ετερότητα της ετερότητας.

Κάποια από τα ζητήματα που προβληματίζουν έντονα την κοινή γνώμη στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, έχουν απασχολήσει εδώ και αρκετές δεκαετίες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου τόσο η μαζικότητα της μεταναστευτική εισροής όσο και η πολυμορφία των κοινωνικών ομάδων που συναποτελούν τον μεταναστευτικό πληθυσμό έθεσαν με ιδιαίτερα οξύ τρόπο συναφή πολιτειακά, οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά ζητήματα. Πολλές φορές η συζήτηση εστιάζει σε μία μόνο από τις μεταβλητές που συναποτελούν την ταυτότητα ενός ανθρώπου, οδηγώντας σε μία απλουστευτική ή αναγωγική θεώρηση. Θα ήταν, ως εκ τούτου, γόνιμο να εξετάσουμε την πολιτισμική, ταξική ή θρησκευτική ταυτότητα των μεταναστών στη συνάφειά της με το φύλο. Οι διαφορές στον τρόπο διαβίωσης μεταναστριών που ανήκουν σε διαφορετικές εθνικές ή θρησκευτικές ομάδες χρήζει οπωσδήποτε προσοχής. Σε έρευνες που έχουν γίνει υπό την αιγίδα του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής αναφέρεται ότι μετανάστριες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δηλώνουν πως αν και από τη στιγμή που ήρθαν στην Ελλάδα έχουν ελάχιστο χρόνο για τον εαυτό τους, η αυτοπεποίθησή τους έχει αυξηθεί και η σχέση με τα άρρενα μέλη της κοινότητάς τους έχει γίνει πιο ισότιμη, κυρίως λόγω της εργασίας και της οικονομικής συνεισφοράς τους στην οικογένεια. Τι συμβαίνει όμως με μετανάστριες από αραβικές και ασιατικές χώρες, που ενώ διαμένουν στα αστικά κέντρα ο ρόλος που είχαν στον τόπο καταγωγής τους δεν μεταβάλλεται, λόγω των θρησκευτικών και ηθικών κανόνων που διέπουν τη συμπεριφορά τους σε καθημερινό επίπεδο; Η επαφή αυτών των γυναικών με τον ντόπιο πληθυσμό είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου διαμεσολαβημένη από συζύγους, προστάτες ή γονείς και η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας συγκριτικά μικρή.

Αν και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αρκετά από αυτά τα ζητήματα έχουν διερευνηθεί ενδελεχώς, οδηγώντας σταδιακά και μέσα από μακρόχρονες διαδικασίες στη χάραξη μιας ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής που επιθυμεί να εκλαμβάνεται ως κοινωνικά ευαίσθητη και δημοκρατικά έγκριτη, θα ήταν εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι κάποια από τα δύσκολα ερωτήματα που αφορούν στην καθημερινότητα των εκατομμυρίων γυναικών που λόγω θρησκεύματος, ένδυσης ή γενικότερης συμπεριφοράς τους μοιάζει να μην έχουν «ενταχθεί» επαρκώς στο πολιτισμικό πλαίσιο μιας δυτικής κοινωνίας, έχουν απαντηθεί με ικανοποιητικό τρόπο. Τα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολα διότι, μεταξύ άλλων, η συνέχιση των ανισοτήτων, της με ποικίλους τρόπους άδικης, καταπιεστικής και ενίοτε βάναυσης συμπεριφοράς των αρρένων μελών απέναντι στις γυναίκες μιας κοινότητας, «δικαιολογείται» συχνά μέσω της επίκλησης της θρησκευτικής, φυλετικής ή πολιτισμικής ταυτότητας αυτών των γυναικών, μιας ταυτότητας που οι ίδιες οι γυναίκες φαίνεται να προκρίνουν.

Είναι ενδεικτικό των προβλημάτων που ενέχει η αμερόληπτη πραγμάτευση αυτού του θέματος στη χώρα μας, ότι είναι σπάνια, αν όχι ανύπαρκτη έως τώρα, η παρουσία μουσουλμάνων μεταναστριών σε κάποιο από τα ρεπορτάζ ή τα απειράριθμα «πάνελ» ή «παράθυρα» που κατακλύζουν την τηλεοπτική ειδησεογραφία, ακόμη κι όταν αυτή έχει ως αντικείμενό της τον βίο των μουσουλμάνων μεταναστών. Στη Βρετανία είχα αρκετές φορές διαβάσει ή παρακολουθήσει συνεντεύξεις μουσουλμάνων γυναικών που υποστήριζαν ότι ο τρόπος ζωής τους είναι προσωπική τους επιλογή που κανείς δεν τους τον έχει επιβάλει. Οι γυναίκες αυτές, φορώντας τη χαρακτηριστική μπούρκα, που συνήθως εκλαμβάνεται από μη μουσουλμάνους ως σύμβολο της γυναικείας υποταγής, ισχυρίζονταν ότι οι νόμοι του Ισλάμ δεν τις καταπιέζουν αλλά τις προστατεύουν και ότι οι άνδρες τις αγαπούν περισσότερο απ΄ ό,τι τις γυναίκες που έχουν μεγαλώσει με δυτικά πρότυπα. Χρησιμοποιούσαν συνήθως ως παράδειγμα ότι οι μη μουσουλμάνοι «επιτρέπουν» στις γυναίκες να εκθέτουν το σώμα τους, από αδιαφορία ή διάθεση να τις εκμεταλλευτούν, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους που τιμούν τις γυναίκες τους με ολοκληρωτική πίστη και αφοσίωση. Στο Πανεπιστήμιο, στο Νοσοκομείο και στα Κέντρα Ψυχικής Υγείας όπου εργαζόμουν γνώρισα μουσουλμάνες που έλεγαν ακριβώς τα ίδια, τονίζοντας πόσο ευτυχισμένες, ήρεμες και ισορροπημένες ένιωθαν ζώντας υπό τις επιταγές του Ισλάμ. Οι περισσότερες νεαρές μουσουλμάνες χρησιμοποιούσαν συχνά ως απόδειξη των όσων έλεγαν το γεγονός ότι η ακαδημαϊκή μόρφωση και η εργασία τους όχι μόνο δεν είχε μεταβάλει τον τρόπο σκέψης τους, αλλά είχε αντίθετα ενδυναμώσει τις πεποιθήσεις τους και την απέχθειά τους για πολλές από τις συνήθειες της αγγλικής, καταναλωτικής κοινωνίας.

Σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι περισσότεροι Βρετανοί ήταν και παραμένουν ιδιαίτερα σκεπτικοί σε τέτοιου είδους δηλώσεις, τις οποίες συνήθως αντιμετωπίζουν με δυσπιστία και σαρκασμό. Ορισμένοι αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν, αντί να επαναστατούν, πολλές από τις μουσουλμάνες να διατείνονται ότι είναι απόλυτα ευτυχισμένες και να επιδίδονται μάλιστα σε μία ήπια μορφή προσηλυτισμού που είχε ως στόχο να παρουσιάσει ως ελκυστικό τον τρόπο ζωής τους σε μη μουσουλμάνες γυναίκες. Για αρκετούς επίσης ήταν θλιβερό το φαινόμενο ότι οι περισσότερες φοιτήτριες με τις μαντίλες συνήθιζαν να κάνουν παρέα μόνο μεταξύ τους και να μιλούν για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά των Αγγλίδων και ευρωπαίων συναδέλφων τους με απίστευτο συντηρητισμό και σκληρότητα.

Είναι δύσκολο να κατανοηθεί με ποιον τρόπο η επιβεβλημένη ομοιομορφία στη συμπεριφορά και στην εμφάνιση, τα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά καταναγκαστικών γάμων, ο απόλυτος έλεγχος των πράξεων και των επαφών της γυναίκας από τα άρρενα μέλη της οικογένειας που συχνά οδηγεί σε ανηλεή βία, ακόμη και στον θάνατο, ή ο ουσιαστικός αποκλεισμός από την πολιτική ζωή, μπορούν να εξασφαλίζουν την ισορροπία και την ευτυχία στην καθημερινότητα των γυναικών.

Ας σημειωθεί ότι οι περισσότερες μουσουλμάνες του Λονδίνου, του Μάντσεστερ και των υπόλοιπων αγγλικών πόλεων απολαμβάνουν μια αρκετά άνετη διαβίωση αφού οι οικογένειές τους αποτελούν ένα ισχυρό κομμάτι της βρετανικής οικονομίας με επιχειρήσεις και καταστήματα που ακμάζουν. Οι ίδιες μπορούν να μετέχουν απρόσκοπτα σε θρησκευτικές εκδηλώσεις, να σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, να ψωνίζουν τα ρούχα τους από εμπορικά κέντρα που ειδικεύονται στο ιδιαίτερο στυλ που υιοθετούν, να πηγαίνουν για φαγητό σε εστιατόρια και να ψωνίζουν από καταστήματα τροφίμων που απευθύνονται σε όσους και όσες ακολουθούν τη συγκεκριμένη διατροφή που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί τους νόμοι. Ολα αυτά δηλαδή που είναι αυτονόητο ότι δικαιούνται όλες οι ομάδες ατόμων που ζουν σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία.

Τι συμβαίνει με τις μουσουλμάνες μετανάστριες στη χώρα μας; Η συστηματική έρευνα που γίνεται στην Ελλάδα από ψυχολόγους, νομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς επιστήμονες, έχει δώσει ήδη σημαντικές απαντήσεις στις κύριες διαστάσεις αυτού του ζητήματος. Η πολιτική πρακτική όμως, όπως εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο της έως τώρα νομοθεσίας όσο και σε αυτό της καθημερινής συμπεριφοράς, απέχει ακόμη αρκετά από το δημοκρατικά ευκταίο. Υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις επαρκή κέντρα όπου οι μουσουλμάνες μπορούν να προσευχηθούν και να συναντήσουν άλλες γυναίκες, ή οποιοσδήποτε άλλος χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος ώστε να καλύψει τις ιδιαίτερες ανάγκες τους; Αν μετανάστριες που προέρχονται από κράτη όπου οι γυναίκες στερούνται πρόσβαση σε στοιχειώδεις μορφές κοινωνικών, πολιτικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων, φτάνουν σε μια χώρα όπου αυτόματα το χρώμα, η εμφάνιση και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους τις καθιστούν «παρίες», οι γυναίκες αυτές- παραγκωνισμένες τόσο λόγω των νόμων του Ισλάμ όσο και του εγχώριου κοινωνικού ρατσισμού θα γίνουν τα φαντάσματα των σύγχρονων αστικών κέντρων μας.


No comments: