Wednesday, July 7, 2010

Βιβλία για το καλοκαίρι;


Ξεφυλλίζοντας τα ένθετα των εφημερίδων το σαββατοκύριακο θα νόμιζε κανείς ότι το βιβλίο είναι προϊόν εποχιακό το οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να καταναλώσουμε εντός μιας συγκεκριμένης σεζόν. Είναι μία τακτική που ακολουθείται σταθερά από εφημερίδες και περιοδικά με αποτέλεσμα να έχουμε βιβλιοπροτάσεις για 'τις γιορτές΄, 'το σαββατοκύριακο', 'την άνοιξη', 'τις καλοκαιρινές διακοπές'. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό που αναμφίβολα εξυπηρετεί πολλούς, αλλά όχι την ελληνική λογοτεχνία, η προθεσμία λήξης ενός σύγχρονου μυθιστορήματος διαρκεί από έξι έως δώδεκα μήνες. Με το πέρας αυτού του χρονικού ορίου ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει το βιβλίο που τον ενδιαφέρει στα βιβλιοπωλεία, οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι αδιαφορούν θεωρώντας ότι το προϊόν έχει παλιώσει και οι συγγραφείς προσπαθούν να παράγουν το επόμενο βιβλίο που θα τους δώσει για λίγους μήνες την ευκαιρία να γίνουν γνωστοί στο κοινό και να προάγουν τη δουλειά τους. Οι συνέπειες αυτής της τακτικής μόνο αρνητικές μπορεί να είναι, αρχικά για τους ίδιους τους συγγραφείς που νιώθουν την πίεση της αγοράς να παράγουν διαρκώς νέα κείμενα χωρίς να έχουν την 'πολυτέλεια' να τα δουλέψουν όσο χρειάζεται, για τους αναγνώστες στους οποίους συχνά δεν δίνεται η ευκαιρία να ανακαλύψουν αξιόλογα βιβλία αν δεν έχουν εκδοθεί μέσα στη χρονιά και φυσικά για την εγχώρια λογοτεχνία που πρέπει εκτός των άλλων να συναγωνιστεί τη διεθνή πεζογραφία που δημιουργείται και προβάλλεται υπό όρους που σέβονται κοινό και δημιουργούς. Όσοι αγαπάμε το βιβλίο οφείλουμε να γίνουμε έξυπνοι αναγνώστες που διαβάζουν με σύστημα και όχι 'ό,τι πέσει στα χέρια μας' ή απλά το πρώτο βιβλίο που θα δούμε στις προθήκες. Αξίζει να προσπαθούμε να ανακαλύπτουμε ενδιαφέροντα αναγνώσματα που προάγουν την λογοτεχνία άσχετα από ημερομηνία έκδοσης και σίγουρα αξίζει όταν διαβάσουμε ένα βιβλίο που μας αρέσει να ψάξουμε και τα προηγούμενα του συγγραφέα του ακόμη και αν δεν κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

8 comments:

Ιουστίνη Φραγκούλη said...

Αγαπημένη μου Εύα,
Μήπως είσαι λίγο ρομαντική παραπάνω απ' όσο πρέπει; Εδώ έχει γίνει σταρ σύστεμ το βιβλίο, γιατί όλα αναπαράγονται με λάθος τρόπο απο τα ξένα πρότυπα.
Πάντως, μην ενοχλείσαι απο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τα καλά βιβλία μένουν για πάντα στις καρδιές των αναγνωστών.
Φιλί

Eva Stamou said...

Γεια σου Ιουστίνη μου,

μπορεί ως λογοτέχνες να μην είναι εύκολο να λειτουργήσουμε εκτός αυτού του συστήματος αλλά ως αναγνώστες ίσως είναι ευκολότερο να αντισταθούμε, αναζητώντας καλά βιβλία άσχετα από την ημερομηνία έκδοσής τους. Είναι κρίμα που η κριτική στην Ελλάδα δεν ασχολείται με αξιόλογα βιβλία αν έχει περάσει το εξάμηνο από την έκδοσή τους μετατρέποντας το βιβλίο σε προϊόν με ημερομηνία λήξης.

Όσο για τις καρδιές των αναγνωστών συμφωνώ απόλυτα. Φιλιά

Epicuros said...

Πράγματι, έχω πολλές φορές ππροσπαθήσει να βρω βιβλία παλαιών εκδόσεων, συγγραφέων που έχουν αφήσει εποχή και δεν τα βρήκα. Φαίνεται ότι οι εκδόσεις λειτουργούν εποχειακά, έστω κι αν η εποχές διαρκούν κάποια χρόνια. Π.χ. προσπάθησε να βρεις βιβλία του Τσιφόρου ή τα πρώτα του Δήμου ακόμη και δεν θα είναι εύκολο. Οι εκδότες μάλλον έχουν την ευθύνη του να κρατούν τις εκδόσεις ζωντανές και γνωστές στο κοινό. Τουλάχιστον των κλασσικών για τη χώρα βιβλίων.

Eva Stamou said...

Συμφωνώ Επίκουρε, έχω κι εγώ παρόμοιες εμπειρίες ακόμα κι από κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας.

Dynx said...

Σίγουρα ο αναγνώστης οφείλει να διαβάζει κριτικές των νέων βιβλίων και να μην επιλέγει αυθαίρετα - αυτή είναι η άποψή μου.

Νομίζω ότι ένα βιβλίο που έχει πάρει καλές κριτικές αντέχει στο χρόνο - στο μυαλό μου έρχονται π.χ. "Η Μητέρα του Σκύλου" του Μάτεσι και το "Και με το Φως του Λύκου Επανέρχονται" της Ζατέλη. Ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες αντίτυπα εξακολουθούν να πουλάνε, άσε που είναι και διαθέσιμα ακόμα και στα μικρότερα βιβλιοπωλεία κι ας πρωτοεκδόθηκαν κάποια χρόνια πριν.

Επίσης να μην ξεχνάμε πιο κλασική ελληνική λογοτεχνία όπως το "Τρίτο Στεφάνι" του Ταχτσή, βιβλίο που ακόμα διαβάζεται πολύ, έστω και 40 χρόνια από την έκδοσή του. Κι αυτό επειδή πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Από την άλλη ποιος άραγε θα διαβάζει τα ευπώλητα των ημερών μας (βλ. π.χ. Λένα Μαντά) μισό αιώνα αργότερα; Νομίζω με άλλα λόγια ότι το καλό, ποιοτικό βιβλίο αντέχει στο χρόνο.

Όσον αφορά τις εποχιακές προτάσεις για βιβλία, τις βρίσκω γελοίες και εξυπηρετούν καθαρά εμπορικούς στόχους.

Eva Stamou said...

Γεια σου Dynx, αναφέρεσαι σε εξαιρετικούς συγγραφείς που με την βοήθεια της σωστής, οργανωμένης προώθησης από τους εκδοτικούς τους οίκους πούλησαν και συνεχίζουν να πουλούν αντίτυπα. Ωστόσο, δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάμε τον ρόλο της διαφήμισης και της διανομής. Αν το μόνο που είχε σημασία για το κοινό ήταν η θερμή αντιμετώπιση ενός βιβλίου από τους κριτικούς το τελευταίο μου βιβλίο θα έπρεπε να φιγουράρει από τα πρώτα στη λίστα των ευπώλητων. Και ναι μεν το βιβλίο μου πηγαίνει πολύ καλά εμπορικά αλλά χωρίς καμία διαφήμιση (και φυσικά χωρίς να είμαι ένα κλασικό όνομα όπως αυτά που δικαίως ανέφερες)δεν νομίζω ότι θα πουλήσει ποτέ τα δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα που πουλάνε άλλα βιβλία τα οποία δεν έχουν ούτε μία κριτική παρουσίαση αλλά δεκάδες διαφημίσεις στον τύπο. Γνωρίζω επίσης αξιόλογα βιβλία συναδέλφων με θετικές κριτικές που έχουν κολλήσει στα 500 αντίτυπα ενώ η παραλογοτεχνία ζει μεγάλες δόξες! Γι αυτό αν και σε γενικές γραμμές αυτά που γράφεις με βρίσκουν φυσικά σύμφωνη δεν πρέπει να παραβλέπουμε τον ρόλο που παίζει η διαφήμιση στην εμπορική επιτυχία ενός βιβλίου.

GIORGOS said...

Είναι πολύ σωστό Εύα που επισημαίνεις το ρόλο της διανομής.
Εγώ κάνω διαρκώς παραλληλισμούς του κόσμου του βιβλίου και των κανόνων της αγοράς που τον διέπουν με τον αντίστοιχο του θεάματος και βλέπω τρομακτικές ομοιότητες.
Και εκεί το φλέγον θέμα είναι η προώθηση που απαιτεί ξεχωριστό προϋπολογισμό και σχεδιασμό.
Δυστυχώς ο τρόπος ζωής και σκέψης είναι τέτοιος που απαιτεί ένα παραπάνω ερέθισμα στις συνειδήσεις του κόσμου.
Όμως αυτός ο σχεδιασμός γίνεται επιλεκτικά και με κριτήρια αρκετά μακριά από τα αισθητικά.
Δεν είμαι απο αυτούς που υπερτιμούν το ρόλο της κριτικής στη συνείδηση των καταναλωτών,μολονότι είναι όμορφο που οι δουλειές υψηλού επιπέδου(με πολύ καλό παράδειγμα το βιβλίο σου)δίνουν αφορμή για να γράφονται κείμενα που παρατείνουν την απόλαυση της δυνατής λογοτεχνίας.
Πιστεύω όμως στη συνείδηση του προσώπου που κάνει τέχνη.
Όπως έχεις πει και η ίδια,η λογοτεχνία(και η τέχνη γενικότερα)δεν μπορεί και δεν πρέπει να παίζει το ρόλο παυσίπονου ή..κρέμας για τον ήλιο(κατά το "βιβλία για το καλοκαίρι"που λέμε).
Ναι και στα ελαφρά αναγνώσματα(ή ταινίες),αλλά όχι στην αποκλειστική ύπαρξη αυτών εις βάρος των άλλων.
Το ότι απαιτητικά έργα τέχνης έχουν υπάρξει μεγάλες εμπορικές επιτυχίες πρέπει να μας υπενθυμίζει ότι δουλειά των καλλιτεχνών είναι να ανεβάζουν το αισθητήριο και τις απαιτήσεις του κοινού,όχι να τις αφήνουν στάσιμες ή και να τις χαμηλώνουν.
Και δυστυχώς υφίσταται αυτή η αδιόρατη κατεύθυνση προς το "τι θέλει ο κόσμος"(από ποιους αποτελείται ο κόσμος και από ποιους παράγοντες διαμορφώνεται αυτό που θέλει;)στην οποία μοιάζουν να συμφωνούν μερίδα καλλιτεχνών και διανομέων.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι online αγορές για τους πιο δύσκολους καταναλωτές.Αλλά εννοείται ότι δεν είναι πολιτική προώθησης αυτή.

Eva Stamou said...

@Giorgos

Συμφωνώ με όσα γράφεις. Το 'τι θέλει ο κόσμος' χρησιμοποιείται συχνά ως δικαιολογία για την παραγωγή μέτριων ταινιών και βιβλίων και δεν πρέπει να αποτελεί κριτήριο για έναν καλλιτέχνη. Τον καλλιτέχνη πρέπει πιστεύω να τον απασχολεί με ποιο τρόπο θα επικοινωνήσει αποτελεσματικότερα αυτό που έχει να πει στο κοινό του αλλά αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Είναι προς όφελος ορισμένων να κρατούν το επίπεδο του κοινού χαμηλό γιατί μόνο μέτρια έργα μπορούν να του προσφέρουν.