Saturday, April 24, 2010

Σπουδή στις ερωτικές και υπαρξιακές ταυτότητες


Του ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Εύα Στάμου, Μεσημβρινές συνευρέσεις, διηγήματα εκδόσεις Μελάνι, σελ. 152

Από τα προηγούμενα βιβλία της Εύας Στάμου είδα το μυθιστόρημά της Ντεκαφεϊνέ (2005), μια ιστορία μαθητείας στην ωριμότητα, καθώς η νεαρή γυναίκα που αποτελεί τον κεντρικό μυθιστορηματικό χαρακτήρα, μέσα από μια περιδιάβαση στον μέσα και στον έξω κόσμο της και πλάι σε ένα πλήθος άλλων νεαρών προσώπων που βουίζουν σαν μέλισσες γύρω της, εγκαταλείπει την αθώα αφέλεια και περνάει στη στοχαστική ενατένιση της ζωής. Με κέλυφος τη σύγχρονη Αγγλία, η ιστορία του Ντεκαφεϊνέ, όπως και άλλες ιστορίες, κυρίως νεαρών ελληνίδων γυναικών που σπούδασαν και ρίζωσαν εκεί (ανάμεσα σ’ αυτές, η Δήμητρα Κολιάκου, η Άντζελα Δημητρακάκη, η Ελένη Γιαννακάκη) έχει κάτι από τη λεπτολογία του βρετανικού στυλ, προπάντων με τον μινιμαλιστικό εστιασμό του στη εσωτερική ζωή. Αυτή η τρόπον τινα υποστασιακή πεζογραφία, όπου τα πάντα ξεπηδούν από το μέσα κοίταγμα της αφηγήτριας και συνδέονται ως νήματα με τις διακυμάνσεις των συναισθημάτων και των διαθέσεών της, μεταπηδά και στα προκείμενα πεζά των Μεσημβρινών συνευρέσεων. Ο τίτλος της συλλογής ας πούμε εξαρχής ότι δεν κυριολεκτεί και στα οκτώ διηγήματα˙ οι συνευρέσεις δεν είναι όλες σεξουαλικές και, επίσης, δεν είναι όλες μεσημβρινές! Αν όμως ο άξονας του προηγούμενου βιβλίου ήταν βρετανικός, ο τωρινός είναι πιο μοιρασμένος, μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας, παρά το ότι, όπως γνωρίζουμε, ο κοσμοπολιτισμός του συγγραφικού βλέμματος -που είναι συστατικό στοιχείο της Στάμου- αποτρέπει από το να γαντζωθεί μια οποιαδήποτε ιστορία στα ήθη ενός τόπου. Με μια έννοια, το Ντεκαφεϊνέ θα μπορούσε να αναπτυχθεί ως μυθοπλασία σε μια άλλη χώρα, εκτός της Αγγλίας, όπως άλλωστε και τα περισσότερα από τα διηγήματα των Μεσημβρινών συνευρέσεων. Και πράγματι, αν τα διαβάσουμε όχι ως εξαρτήματα της αθηναϊκής σκηνογραφίας, οπότε έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα οι συγκεκριμένοι δρόμοι, οι πλατείες, τα ονόματα των συνοικιών, των café και των μπαρ, παρατηρούμε πως αυτό που μένει είναι το υπαρξιακό στίγμα των προσώπων. Και εκεί τα γεωγραφικά σύνορα είναι απολύτως ασαφή.

Ίσως μια διαφορά, ανάμεσα σε τούτο και στο προηγούμενο βιβλίο, είναι η πιο έντονη οξύτητα των καταστάσεων. Στα περισσότερα διηγήματα, από το πρώτο ακόμα, όπου προβάλλεται μεγεθυμένη η απελπισμένη σωματική διαθεσιμότητα μιας άρρωστης γυναίκας, διακρίνεται η επιθετικότητα. Σε πρώτο πλάνο παίζεται ένα είδος θεάτρου της σκληρότητας, που με δυσκολία η δράση του κρύβει το βάθος του προσκηνίου, όπου κυριαρχούν τα τραύματα και η μαυρίλα της ψυχικής διάθεσης. Ίσα ίσα, φαίνεται μάλλον καθαρά ότι η ένταση των αντιδράσεων, όπου εμφανίζεται, βγαίνει από τα αφανή αδιέξοδα, τις φοβίες, τα άγχη, τις ανασφάλειες και ανισορροπίες. Κάτι που αφορά οπωσδήποτε και τους σεξουαλικούς ρόλους που αναπτύσσονται στα πεζά της Στάμου: πουθενά η ευφορία, παντού τα γυμνά σώματα κολυμπούν σε ένα πέλαγος μελαγχολιών, καταπιέσεων, αδιεξόδων, καταθλίψεων. Όμως, σ’ αυτά τα διηγήματα η ένταση είναι πιο έκδηλη και για έναν πρόσθετο λόγο: η σύντομη αφηγηματική φόρμα επιβάλλει από μόνη της την πυκνότητα. Όλα είναι ανάγκη να ειπωθούν πιο σύντομα. Αλλά η πυκνότητα μπορεί να είναι αποτέλεσμα και μιας μετατόπισης του τρόπου με τον οποίο η συγγραφέας εστιάζεται τώρα στις συναισθηματικές και ψυχικές ταυτότητες των προσώπων της. Γιατί, τα προκείμενα διηγήματα έχουν από μια πλευρά και τον χαρακτήρα δοκιμίων, δηλαδή μελετών πάνω στις σεξουαλικές ταυτότητες.

Το ότι η Στάμου ασχολήθηκε επαγγελματικά για καιρό με περιπτώσεις γυναικών που είχαν προβλήματα, δε θα πρέπει να μας μπερδέψει και να καταφύγουμε στην εύκολη άποψη ότι η μυθοπλασία είναι απλώς μια καταγραφή των βιωμάτων της. Είναι ένα λάθος που γίνεται συχνά. Δεν υπάρχει μυθιστόρημα ή διήγημα που προέρχονται από εμπειρίες του συγγραφέα και που εκείνος δεν τις επινοεί εξαρχής, καθώς ό,τι ζήσαμε είναι αδύνατο να το καταγράψουμε, με τη πρώτη ακρίβεια. Ακόμα και αν έχουμε μια πρωτοπρόσωπη, ρεαλιστική ιστορία, όπως του διηγήματος “Μ’ αυτό περνούν όλοι οι πόνοι”, όπου η συγγραφέας αφηγείται την περίπτωση μιας νεαρής μητέρας από το Μάντσεστερ, είναι εύκολο να δούμε ότι η Στάμου μεταξύ άλλων περιγράφει τη δική της συμμετοχή σ’ αυτή τη συνάντηση σα να είναι ένας άλλος της εαυτός. Και ουσιαστικά είναι ένας άλλος της εαυτός. Πράγμα που ίσχυε αναλόγως και στο Ντεκαφεϊνέ. Η γλώσσα και η τεχνική της αφήγησης σχεδόν πάντοτε προδίδουν τον τρόπο που θέλει ο συγγραφέας να τον συναντήσει ο αναγνώστης, μέσα από τη μόνη πραγματικότητα που υπάρχει ανάμεσά τους, το κείμενο. Και το ότι εδώ, στις Μεσημβρινές συνευρέσεις, τουλάχιστον σε ορισμένα διηγήματα της συλλογής, γίνεται λόγος για τον έρωτα χωρίς όμως τη θερμότητα του ερωτισμού, έχει τη σημασία του. Λείπει από αυτές τις ιστορίες η περιπάθεια, η βουλιμία του πάθους, οι τονισμένες λεπτομέρειες που θα σχημάτιζαν μια ηθογραφία της ερωτικής ζωής, της επιδερμικής και όχι του βάθους. Δεν είμαι καν βέβαιος, αν η Στάμου ενδιαφέρεται για την αισθησιακή πλευρά του σεξ, καθώς είναι ολοφάνερο ότι ανάμεσα στο καταλυτικό και τυφλό πάθος και στη λογοτεχνική του μεταστοιχείωση δημιουργεί μια έντεχνη απόσταση. Ό,τι τη νοιάζει περισσότερο είναι η εκ του σύνεγγυς σπουδή των συμπεριφορών στη ερωτική ζωή, η συνειδητοποίηση των αιτίων που συνήθως κρύβονται στο αφώτιστο και απωθημένο κομμάτι του έσω εαυτού μας.

Η έννοια της απόστασης, στη λογοτεχνία όπως και στο θέατρο, ευνοεί όπως ξέρουμε το στοχασμό. Διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα, έχεις την αίσθηση πως ό,τι συμβαίνει, ουσιώδες ή επουσιώδες, περνάει μέσα από μια γάζα που συγκρατεί τα περιττά της αισθηματολογίας και αφήνει στο βλέμμα του αναγνώστη μια διαυγή περιγραφή, απαλλαγμένη από ισχυρούς κραδασμούς και υψηλές θερμοκρασίες. Αυτή μάλιστα την έντεχνη απόσταση, που συνδυάζει το περιγράφω και το είμαι εκεί, δύο θέσεις αντίθετες, τη συναντούμε σε διηγήματα διαφορετικού ύφους. Λόγου χάριν, στο “Μια στιγμή” που διαδραματίζεται στο πανεπιστημιακό περιβάλλον του Εδιμβούργου, όπου όλα γίνονται “ήρεμα” σαν κάτω από το νερό, και στο “Τιμώρησέ με”, μια νοσηρή ιστορία που περνάει από λαϊκά ξενοδοχεία του Σταθμού Λαρίσης, ταβερνεία, νυχτερινές περιπλανήσεις στο Γκάζι κ.ο.κ. Αλλά και στα δύο πεζά, αν προσέξουμε, το φως πέφτει πλάγια, δεν βγαίνει προς τα πάνω καμιά ένταση∙ αντίθετα μάλιστα υπάρχει ένα σχίσμα ανάμεσα σ’ αυτό που γίνεται και σ’ αυτό που κρύβεται βαθύτερα στα πρόσωπα. Λες και όλα τους παίζουν κάποιο ρόλο, ώστε να κρύψουν αυτό που τα παιδεύει και που αρρωσταίνει μέσα τους, εγκλωβισμένο. Ανάμεσα στο ψυχρό και τακτοποιημένο Εδιμβούργο και στη σκονισμένη, τριτοκοσμική Αθήνα, κατά περίεργο τρόπο οι ψυχικοί κόσμοι είναι το ίδιο κλειστοί, οι συνευρέσεις δε διαφέρουν, καθώς δεν υπάρχει καμιά διακινδύνευση. Δεν υπάρχει δώρημα της ψυχής, προϋπόθεση του δωρήματος του σώματος. Θα έλεγα μάλιστα ότι αν ψάχνουμε ένα μοτίβο που διέρχεται από όλα τα διηγήματα της Στάμου, αυτό είναι η μη επαφή, το φοβισμένο και καχύποπτο κλείσιμο στον εαυτό, η συναισθηματική αναπηρία που αποτελεί τον προθάλαμο της νεύρωσης και της μοναξιάς.

Από τα οχτώ διηγήματα ξεχώρισαν για μένα τα τέσσερα, “Το ρίσκο”, οι “Μεσημβρινές συνευρέσεις”, “Μ’ αυτό περνούν όλοι οι πόνοι” και “Η ηχώ”. Καθόλου λίγα. Ιστορίες σφιχτής πλοκής, με καλοσχηματισμένα πρόσωπα, με καλοδουλεμένες αφηγηματικές τεχνικές, με σύντομες, κοφτές σα μαχαίρι προτάσεις και φράσεις που δίνουν ένα δυναμικό ρυθμό, με εναλλαγές πλάγιου και άμεσου λόγου που δεν αφήνουν κενά και που δείχνουν τη μαστοριά της συγγραφέως. Βέβαια, υπάρχουν κάποιες στεροτυπίες, ίσως συνέπεια της επίδρασης της φεμινιστικής λογοτεχνίας, όπως για παράδειγμα το ότι θεματοποιείται η βία ως ανδρικό “προνόμιο”. Κάτι που συναντάμε (ως σχέση αρσενικού-θηλυκού) ακόμα και στη gay ιστορία της “Ηχούς”. Αυτά όμως αφορούν στην ιδεολογική συγκρότηση και όχι στην δημιουργική ικανότητα της Εύας Στάμου. Ως πεζογράφος και χαρισματική είναι και επιπλέον διαθέτει κάτι που δεν το βρίσκουμε εύκολα σε νεώτερους συγγραφείς: εντυπωσιακό υπόβαθρο στοχασμού.




2 comments:

Katerina said...

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=147426

Eva Stamou said...

Ευχαριστώ για την ενημέρωση.