Tuesday, April 21, 2009

Μ' αυτό περνούν οι πόνοι


Κρατάω την ομπρέλα, την τσάντα, και το χαρτοφύλακα περπατώντας όσο πιο γρήγορα μου επιτρέπουν οι ψηλοτάκουνες μπότες προς το σταθμό του τραμ. Τα ρούχα κολλάνε στο κορμί μου δημιουργώντας την αίσθηση ότι αντί να προχωρώ παραμένω στάσιμη ή πως βουλιάζω σε κινούμενη άμμο. Η μέρα είναι σκοτεινή και υγρή. Σφίγγω την τσάντα ώσπου το λουρί της κάνει σημάδι στο χέρι μου. Μόνο όταν έχω μαζί μου όλα όσα κουβαλάω νιώθω ασφάλεια, παρόλο που τα περισσότερα σπάνια τα χρησιμοποιώ. Γάντια που δε φορώ γιατί νιώθω ότι δυσκολεύουν τις κινήσεις μου, ένα μαύρο κασκώλ που βάζω και βγάζω ανάλογα με τις αυξομειώσεις τις θερμοκρασίας και του εκνευρισμού μου, ένα μισοτελειωμένο κραγιόν, πούδρα, πορτοφόλι για χαρτονομίσματα, πορτοφόλι για νομίσματα, κλειδιά, στυλό που όταν χρειάζομαι ποτέ δε βρίσκω. Τσιγάρα, έναν πορτοκαλί αναπτήρα Bic, τσίχλες, καραμέλες για το λαιμό, υγρά μαντηλάκια για τα χέρια, το κινητό μου, το σημειωματάριο με τα ραντεβού. Έχω ακόμα μια λίστα με πράγματα που σκοπεύω ν’ αγοράσω, ένα μπουκάλι άρωμα, ένα παλιό σταματημένο ρολόι χειρός που δεν θέλω ν’ αποχωριστώ, χρησιμοποιημένα εισιτήρια από το τρένο, το μετρό, το θέατρο, τον κινηματογράφο και κάρτες. Έχω πιστωτικές κάρτες για την τράπεζα, τα πολυκαταστήματα, το σούπερ μάρκετ, κάρτες γιατρών, δικηγόρων, μεσιτικών γραφείων, κομμωτηρίων, εστιατορίων, cafes, και δικές μου κάρτες που γράφουν τ’ ονοματεπώνυμο, την ιδιότητά μου – Counselling Psychologist - και τη διεύθυνση του γραφείου - Wimslow Road 135, M12 9PL, Manchester.
Στο τραμ αναγκάζομαι να σταθώ όρθια και μόλις που καταφέρνω να ισορροπήσω με όλα αυτά που κρατάω ώστε να μην πέφτω διαρκώς πάνω στον διπλανό μου, έναν κύριο μεσαίας ηλικίας και μέτριας εμφάνισης που όποτε βρει ευκαιρία μου χαμογελά με κατανόηση. Μόλις φτάνουμε στην στάση πηδάω από το βαγόνι, παίρνω βαθειά ανάσα, ανοίγω την ομπρέλα και βγαίνω στο δρόμο. Για τα επόμενα δέκα λεπτά έχω την βροχή και τον αέρα να με χτυπούν στο πρόσωπο καθώς βλέπω με απελπισία τις μπότες, το παντελόνι και το παλτό μου να λερώνονται απ’ τα λασπόνερα. Φτάνω στο γραφείο βρεγμένη, ιδρωμένη και με ανακατεμένα μαλλιά. Εδώ και τρία χρόνια εργάζομαι σε μια κλινική ψυχικής υγιεινής για γυναίκες. Αφεντικό μου είναι το κράτος και συνάδελφοι τρεις ακόμα ψυχολόγοι, μία ψυχίατρος, μία παθολόγος και μία γυναικολόγος -όλες γυναίκες.
Σπρώχνω την πόρτα, μπαίνω στον προθάλαμο και καλημερίζω τη Σούζαν, τη γραμματέα της κλινικής. Με χαιρετά προσπαθώντας να μη γελάσει με τα χάλια μου, αλλά το ύφος και ο τόνος της φωνής της δεν αφήνουν περιθώρια γι αμφιβολίες: πρέπει ν’ ανασυνταχτώ αμέσως. Η ίδια μοιάζει να έχει μόλις βγει από την κατάψυξη: τα καστανά μαλλιά της είναι φυλακισμένα σε έναν χαμηλό κότσο, το πρόσωπό της βαμμένο στην εντέλεια, φοράει ροζ μάλινη μπλούζα με εντυπωσιακό ντεκολτέ, τα χέρια της στολίζουν δαχτυλίδια και βραχιόλια. Είναι μια ψηλή, αδύνατη γυναίκα γύρω στα πενήντα με αιχμηρά χαρακτηριστικά και προσωπικότητα. Τρέχω στην τουαλέτα και την ακούω να κελαηδάει ευδιάθετα: «Στο βιβλίο των ραντεβού έχω σημειώσει ότι σε πέντε μόλις λεπτά θα έχεις την πρώτη σου συνεδρία. Ετοιμάσου λοιπόν...» Τα λόγια της σβήνουν σ’ ένα χαιρέκακο γέλιο. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί με αντιπαθεί.
Βγαίνω από την τουαλέτα έχοντας βουρτσίσει τα μαλλιά μου, έχοντας βάλει πούδρα και κραγιόν. Την πλησιάζω αργά, χαμογελώντας, γεγονός που την κάνει να νιώθει άβολα. Δεν χάνω ποτέ την αυτοκυριαρχία μου παρά τις προσπάθειές της να μ’ εκφοβίσει κι αυτό την κάνει να με σέβεται. Της μιλάω όσο πιο γλυκά μπορώ: «Μόλις έρθει η κυρία στείλτην στο γραφείο μου. Τ’ όνομά της;» Ρίχνει μια ματιά στο βιβλίο της: «Φρίντα Πίλλερ, είναι Αυστριακή, 37 ετών». Τις γυναίκες διαφορετικών εθνοτήτων που επισκέπτονται την κλινική τις αναθέτουν σχεδόν πάντα ή στην Κάρμεν που κατάγεται από τη Χιλή, ή σ’ εμένα.
Η πόρτα ανοίγει απότομα και η Έβελυν, η γυναικολόγος, μάς καλημερίζει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και μας ρωτάει αν είμαστε καλά. Απορώ πως καταφέρνει κι είναι ήρεμη κι ευδιάθετη μια τόσο θλιβερή μέρα. Έχει όμορφο πρόσωπο, ξανθά κοντοκουρεμένα μαλλιά κι αρκετά παραπανίσια κιλά. Πλησιάζει τα εξήντα κι είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες μας. Η Σούζαν προσφέρεται αμέσως να της φτιάξει καφέ και την περιτριγυρίζει με αφοσίωση σκύλου προς την αφεντικίνα της. Ευγένιες και χαρούλες που ποτέ δεν έχει κάνει για μένα. Αυτή τη φορά η πόρτα χτυπά και μια άγνωστη μπαίνει δισταχτικά στον προθάλαμο αναγκάζοντας την Έβελυν κι εμένα να αποτραβηχτούμε στα γραφεία μας. Η γραμματέας παίρνει το επαγγελματικό της ύφος κι ετοιμάζεται να ανακρίνει τη γυναίκα για να διαπιστώσει ποιός φορέας την έστειλε σε μας και τι είδους υπηρεσία ζητά.
Ξεκλειδώνω την πόρτα του γραφείου μου, τακτοποιώ τα πραγματά κι ανοίγω το παράθυρο να μπει ο παγωμένος αέρας να διαλύσει τις δυσάρεστες σκέψεις που κάνω εδώ και λίγη ώρα. Ανυπομονώ για το πρώτο ραντεβού που έχει αργήσει δέκα λεπτά ελπίζοντας ότι η συζήτηση με την γυναίκα θα καλύψει μ’ ένα πρόσκαιρο πέπλο όσα με βασανίζουν τους τελευταίους μήνες, ότι θα λειτουργήσει σαν παυσίπονο για την οδύνη μου.
Ανοίγω την τσάντα και βγάζω μια καραμέλα για το λαιμό περισσότερο για να κάνω κάτι και για να αποφύγω ν’ ανάψω τσιγάρο αφού το κάπνισμα σε όλους τους χώρους της κλινικής απαγορεύεται. Στριφογυρίζω στην καρέκλα μου ανυπόμονη, πάντα αισθάνομαι εκνευρισμό στην πρώτη συνάντηση. Από το διάδρομο ακούγεται θόρυβος, βήματα και κάτι άλλο που δεν καταφέρνω να προσδιορίσω, υποθέτω ότι περνά η Έβελυν με το τρέιλερ που χρησιμοποιεί για τα φάρμακα – το γραφείο της είναι το μεγαλύτερο στο τέλος του διαδρόμου. Η πόρτα μου χτυπά μία μόνο φορά, ντροπαλά, κι ακούω τη γυναίκα που στέκεται πίσω της να βήχει. Σηκώνομαι και ανοίγω -πάντα το κάνω αυτό αν και θα μπορούσα να πω απλώς «εμπρός, περάστε παρακαλώ», ξέρω όμως ότι ο πάγος σπάει ευκολότερα όταν με θεωρούν προσιτή.
Η γυναίκα απέναντί μου είναι μικροκαμωμένη, έχει σκούρο δέρμα, κοντοκουρεμένα μαλλιά και φοράει μαύρο παντελόνι, αθλητικά παπούτσια κι ένα χοντρό, άχαρο μπουφάν καφέ χρώματος με κουκούλα. Τα μάτια της είναι μικρά μα το βλέμμα της έντονο και διαπεραστικό. Από τ’ αυτιά της κρέμονται δυο επίχρυσοι κρίκοι από αυτούς που ήταν στη μόδα λίγα χρόνια πριν, ιδιαίτερα ανάμεσα στις γυναίκες της εργατικής τάξης. Με κοιτάζει αμίλητη, σχεδόν σαστισμένη, χωρίς ν’ αποφασίζει να μπει στο γραφείο. Αντιλαμβάνομαι ότι ο θόρυβος που άκουγα είναι από το καρότσι που έχει μαζί της. Δεν είναι λίγες οι γυναίκες που έρχονται στην κλινική με τα παιδιά τους, νοικοκυρές οι περισσότερες που δεν έχουν καμία βοήθεια με την ανατροφή τους. Το μωρό στο καρότσι δεν φαίνεται πάνω από έξι μηνών. Φοράει μια πορτοκαλί φόρμα κι έχει ελάχιστα, ξανθά μαλλιά και μεγάλα, πράσινα μάτια. Είναι πολύ ήσυχο, δεν μοιάζει καθόλου στη γυναίκα και δεν καταλαβαίνω αν είναι αγόρι ή κορίτσι.
Προσπαθώ να χαμογελάσω αν και η παρουσία του παιδιού μού δημιουργεί ανησυχία. Εύχομαι ο λόγος που η γυναίκα είναι εδώ να μην έχει να κάνει με συζυγική κακοποίηση ή με οποιαδήποτε άλλη απειλή που θα έβαζε σε κίνδυνο το μωρό που με κοιτάζει ανέκφραστρο. Συστήνομαι και της λέω λίγα λόγια για τη δουλειά που γίνεται στην κλινική, τη φιλοσοφία μας, τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούμε να προσφέρουμε βοήθεια στις γυναίκες που την έχουν ανάγκη. Στην συνέχεια τη διαβεβαιώνω για την εχεμύθεια των εργαζομένων, το απόρρητο τής επικοινωνίας προτρέποντάς την να ξεκινήσει, ν’ ανοιχτεί, να μιλήσει για το πρόβλημα που την οδήγησε σε μένα -ενώ παρατηρώ ότι αν γυναίκα και παιδί έχουν κάτι κοινό, είναι η έλλειψη αντίδρασης σε οτιδήποτε.
Μου λέει αυτά που γνωρίζω ήδη, το όνομα, την εθνικότητα, την ηλικία της. Σηκώνεται απότομα από την καρέκλα και βγάζει το μπουφάν της. Τα ρούχα της είναι μαύρα, όπως και τα μαλλιά της. Το μωρό μασουλάει τα χεράκια του και κοιτάζει με προσοχή το φωτιστικό που κρέμεται από το ταβάνι. Η μέρα είναι τόσο σκοτεινή που το φως είναι ήδη αναμμένο. Η γυναίκα με κοιτάει στα μάτια και ξεκινά την αφήγησή της.
«Έχω κατάθλιψη και παίρνω χάπια. Αντικαταθλιπτικά, αγχολυτικά, ηρεμιστικά, μια σακούλα χάπια. Ο γιατρός αυξάνει συνέχεια τη δόση μου, λέει δε γίνεται διαφορετικά. Το αγοράκι μου δυσκολεύομαι να το φροντίσω, είμαι συνέχεια κουρασμένη ή με παίρνει ο ύπνος και κείνο κλαίει, φοβάται. Μερικές φορές δεν θυμάμαι αν το τάισα κι αν το άλλαξα, δεν καταλαβαίνω τι ώρα είναι, ούτε που βρίσκομαι. Μερικές φορές θέλει να παίξει κι εγώ δεν μπορώ να του μιλήσω, δεν μπορώ να γελάσω, να το χαϊδέψω, να του τραγουδήσω, όπως έκανα στην αρχή, όταν γεννήθηκε.»
Την ρωτάω αν υπάρχει κάποιος να της συμπαρασταθεί, να τη βοηθήσει με τη φροντίδα του.
Μου λέει ότι ο πατέρας του μωρού πέθανε πριν τέσσερις μήνες. Δεν έχει συγγενείς κι οι δικοί του δεν τη θέλουν, δεν τη συμπάθησαν ποτέ, έτσι κι αλλιώς ζουν στο Λονδίνο. Είναι μόνη.
Την ρωτάω για την οικογένειά της.
Οι γονείς της πέθαναν όταν ήταν έφηβη. Η αδερφή της μένει στην Αυστρία, στο Γκρατς, έχει τρία παιδιά κι ελάχιστα χρήματα, δουλεύει κι εκείνη κι ο άντρας της απ’ το πρωί ως το βράδυ για να τα καταφέρουν. Την παίρνει τηλέφωνο σχεδόν κάθε μέρα, της ζητά να γυρίσει.
«Δεν θα τον εγκαταλείψω.»
Ήρθε μου λέει για σπουδές στην Αγγλία κι έμεινε. Γνωρίστηκαν την πρώτη εβδομάδα πριν αρχίσουν τα μαθήματα, εκείνη σπούδαζε οικονομικά, ο Ρόμπιν βιολογία, ερωτευτήκαν αμέσως, λίγους μήνες μετά πιάσανε σπίτι μαζί κι ορκίστηκαν πως δε θα χωρίσουν ποτέ.
«Ορκιστήκαμε ότι δε θα χωρίσουμε ποτέ, υποσχέθηκε ότι θα με προστατεύει ότι κι αν γίνει.»
Με κοιτάζει έντονα, σχεδόν απειλητικά και καταλαβαίνω ότι φοβάται την αντίδρασή μου, ότι σε μένα βλέπει έναν ακόμη εν δυνάμει εχθρό. Σκέφτομαι να την καθησυχάσω μα τελικά δεν μιλάω και την αφήνω να συνεχίσει. Η εντύπωση που μου δίνει δεν είναι ανθρώπου καταθλιπτικού. Η ματιά της πετάγεται από το πρόσωπό μου στο παιδί, κάνει τον γύρο του δωματίου κι επιστρέφει, η φωνή της πάλλεται, το σώμα της βρίσκεται σε ετοιμότητα, τα χέρια της σφίγγουν τα χερούλια τής πολυθρόνας με απελπισία. Η γυναίκα πονάει κι ο πόνος της έχει γίνει δύναμη, ενέργεια που πλημμυρίζει την ίδια και τους γύρω της, έχει πάρει μορφή, σαν ένα αόρατο κορμί που περικλείει το δικό της μικροκαμωμένο, εφηβικό σχεδόν σώμα. Αναρωτιέμαι αν σήμερα έχει πάρει τα χάπια της και την ρωτώ. Με κοιτάζει ξαφνιασμένη και νεύει καταφατικά.
Ο μικρός δείχνει ανήσυχος αρχίζει να κλωτσάει την κουβερτoύλα που τον σκεπάζει, να βγάζει άναρθρες κραυγές. Εκείνη σταματά και άγαρμπα χώνει στο στόμα του μια χρωματιστή πιπίλα που έκρυβε στην τσάντα της. Το παιδί ηρεμεί αμέσως και προσηλώνεται ξανά στο φως της λάμπας. Η Φρίντα επαναλαμβάνει:
«Ορκιστήκαμε πως δε θα χωριστούμε.»
Της ζητώ να μου πει πως πέθανε ο άντρας της. Θέλω να καταλάβω γιατί είναι τόσο θυμωμένη μαζί του.
Μου λέει πως πέθανε από καρκίνο, είχε όγκο στα πνευμόνια. Οι γιατροί είπαν ότι ο όγκος ήταν επιθετικός και οχτώ μήνες μετά τη διάγνωση πέθανε. Λέει πως ο άντρας της σιχαινόταν το κάπνισμα και έκανε υγειινή ζωή, δεν είχε ούτε αλλεργίες, γιατί αυτό νόμισαν στην αρχή ότι ήταν, αλλεργία.
«Είναι άδικο», φωνάζει. «Κανείς στην οικογένειά του δεν έχει χαθεί από καρκίνο.»
Με κοιτάζει με αγωνία, λες και περιμένει από μένα την απάντηση που θα τα βάλει όλα σε τάξη και θα δώσει νόημα σε όσα έχει βιώσει. Της ζητώ να μου μιλήσει για τον Ρόμπιν, τον τρόπο που της συμπεριφερόταν, την σχέση τους. Μοιάζει δισταχτική και καθαρίζει το λαιμό της. Για πρώτη φορά από την ώρα που μπήκε παίρνει την ματιά της από πάνω μου και κοιτάζει το πάτωμα. Της προτείνω ένα ποτήρι νερό, τσάι, καφέ, αλλά νεύει σε όλα αρνητικά.
Ο Ρόμπιν πάντα έκανε σχέδια για το μέλλον, για το σπίτι που θα αγοράζαν στην εξοχή όταν τα οικονομικά τους θα πήγαιναν καλύτερα, για την προαγωγή που θα έπαιρνε στη δουλειά του, αν δημοσίευσε κάποια άρθρα ακόμα. Έβλεπε την θετική πλευρά της ζωής και των ανθρώπων, σιχαινόταν τη γκρίνια. Εκείνη είναι που γκρίνιαζε συνέχεια, που φοβόταν.
Παραδέχεται ότι μάλωναν συχνά, αλλά όχι στα σοβαρά. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια της μα δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει. Παίρνω ένα χαρτομάντηλο από το κουτί που έχω πάντα πάνω στο τραπέζι και της το προσφέρω. Με κοιτάζει για λίγο μπερδεμένη κι ύστερα σκουπίζει τα μάτια της μηχανικά. Νιώθω την ανάγκη της να συνεχίσει να μιλά, την ανάγκη να ξεσπάσει.
«Τον αγαπούσα ότι κι αν έλεγα, και με είχε πείσει ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι θα φρόντιζε εκείνος να πάνε όλα καλά με το παιδί, το σπίτι, τα πάντα. Τον πίστεψα και άρχισα κι εγώ να αισθάνομαι αισιόδοξη για πρώτη φορά στη ζωή μου, για πρώτη φορά.»
Το σιωπηλό κλάμα της έχει γίνει λυγμός. Ο μικρός την κοιτάζει με περιέργεια, ακίνητος και τρομαγμένος.
Μου λέει πως δεν έκανε τίποτα για να τον βοηθήσει, τίποτα. Μόνο έκλαιγε και τον κοιτούσε αμίλητη. Καταβάθος πίστευε ότι αν καταλάβαινε την απελπισία και το φόβο της, αν καταλάβαινε το θυμό της, θ’ αποφάσιζε να κάνει κάτι, να βρει κάποιον τρόπο να βάλει τέλος στον εφιάλτη που ζούσαν, να βρει κάποιον τρόπο να γίνει καλά.
Της θυμίζω ότι είχε μόλις γεννήσει και ότι χρειαζόταν κι η ίδια υποστήριξη. Την ρωτώ αν οι γιατροί διέγνωσαν μετά την γέννα την κατάθλιψη από την οποία λέει ότι πάσχει μα η Φρίντα αρνείται να πιαστεί από την χείρα βοηθείας που της τείνω και συνεχίζει.
«Ήμουν θυμωμένη μαζί του και του το έδειχνα με κάθε τρόπο, δεν το πίστευα ότι θα με άφηνε μόνη μ’ ένα μωρό. Του μιλούσα άσχημα, δεν τον άφηνα να μ’ αγκαλιάσει και να με φιλήσει, γκρίνιαζα από το πρωί ως το βράδυ. Δεν τον βοήθησα καθόλου σου λέω, πίστεψε με, είμαι ένοχη. Πώς μπόρεσα να δείξω τόση κακία, πώς μπόρεσα;»
Η Φρίντα κλαίει δυνατά, βγάζει άναρθρες κραυγές σαν νήπιο που δοκιμάζει τις φωνητικές χορδές του. Το παιδί την κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα ξεσπάει κι εκείνο σε κλάμα, το προσωπάκι του κατακόκκινο. Σηκώνομαι από την θέση μου και την πλησιάζω με διάθεση να την παρηγορήσω, την αγγίζω στον ώμο και απλά στέκομαι δίπλα της. Προσπαθεί να συνέλθει, θέλει να σταματήσει και δε μπορεί, θέλει να κατευνάσει το παιδί μα δεν ξέρει πως. Σκουπίζει τα δάκρυά της κι επιχειρεί να βάλει την πιπίλα στο στοματάκι του παιδιού με κινήσεις αδέξιες. Ο μικρός την κοιτάζει με παράπονο και συνεχίζει να κλαίει μ’ έναν τρόπο ήπιο, συμβιβαστικό. Η Φρίντα τον παίρνει στην αγκαλιά της και με την πιπίλα χαιδεύει τα χειλάκια του.
«Φάε την πιπίλα σου αγάπη μου. Φάε την πιπίλα να ηρεμήσεις, έλα είναι νόστιμη, άνοιξε το στοματάκι σου για χάρη της μαμάς.»
Ο μικρός υπακούει. Έχει αρχίσει να ηρεμεί.
«Έτσι μπράβο. Είδες πόσο καλύτερα είναι τώρα; Μ’ αυτό περνούν όλοι οι πόνοι.»
Παίρνουμε πάλι τις θέσεις μας και για λίγα λεπτά δεν μιλάμε. Στην συνέχεια με ρωτάει τι την συμβουλεύω να κάνει. Το κορμί της δεν είναι πια άκαμπτο κι η ματιά της έχει γλυκάνει.
«Ζήσε τον πόνο σου. Σταμάτα να προσπαθείς να το ξεπεράσεις. Κλάψε, ξέσπασε, αφέσου στη θλίψη. Μην προσπαθείς, αφέσου.» Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να μειώσει τα χάπια για ν’ αρχίσει η διαδικασία του πένθους, και της το λέω. Η γνώμη μου είναι ότι δεν έχει κατάθλιψη κι ότι βιώνει τον πόνο της απώλειας, αλλά δεν αναφέρω τίποτα γι αυτό, δε θέλω ν’ αμφισβητήσω την γνωμάτευση του ψυχίατρου. Υπόσχομαι ότι θα επικοινωνήσω με το γιατρό της και την προτρέπω να με ξαναδεί την επόμενη εβδομάδα.
Η Φρίντα σηκώνεται μαζεύει τα πράγματά της, φοράει το μπουφάν. Το αγοράκι της μας χαμογελάει. Σάλια τρέχουν από το στόμα του και χτυπάει τα ποδαράκια του με δύναμη στο εσωτερικό του καροτσιού. Άθελά μας χαμογελάμε κι εμείς. Απλώνω το χέρι μου και την αποχαιρετώ. Εκείνη προχωράει, ανοίγει στην πόρτα κι ύστερα στρέφεται προς το μέρος μου και ψιθυριστά με ρωτάει.
«Θα περάσει;»
Σηκώνομαι από τη θέση μου, την πλησιάζω και στέκομαι απέναντί της. Αν δεν φορούσα τακούνια θα είχαμε το ίδιο ύψος. Τη διαβεβαιώνω ότι θα περάσει. «Το πένθος», της λέω, «είναι ένας δρόμος μοναχικός, μια πορεία κυκλική, επαναληπτική που διαρκεί απροσδιόριστο διάστημα κι έχει σαν μοναδικό σκοπό την επιστροφή. Ξέρω ότι πονάς, ξέρω πως η απουσία της αγαπημένης μορφής είναι αβάσταχτη. Δεν θα ξεχάσεις ποτέ, μα στο τέλος της διαδρομής σε περιμένει ο εαυτός σου.»
Η γυναίκα και το παιδί φεύγουν. Κλείνω την πόρτα, κουρνιάζω στην πολυθρόνα και κλείνω τα μάτια μου να συνέλθω. Για μία μόνο στιγμή αισθάνομαι απόλυτη παραίτηση. Με κόπο συγκρατώ τα δάκρυά μου. Αυτό που προσπαθώ να ξορκίσω βρίσκεται μέσα μου, είναι ένα μαζί μου και σαν ανοιχτή πληγή αιμορραγεί με κάθε αφορμή. Ο φόβος ότι θα ξεσπάσω σε κλάματα με αναγκάζει ν’ ανοίξω τα μάτια, να σηκωθώ και να σταθώ στο παράθυρο. Από την τσάντα μου, που είναι ακουμπισμένη στο περβάζι, βγάζω το πακέτο με τα τσιγάρα, βάζω ένα στο στόμα μου και το ανάβω. Στο μυαλό μού έρχονται τα λόγια τής Φρίντα: Μ’ αυτό περνούν όλοι οι πόνοι.


Πρώτη δημοσίευση: Οδός Πανός, τχ. 144 (Απρίλιος-Ιούνιος, 2009)

15 comments:

ο Ναυαγός said...

Πολύ όμορφη δημοσίευση.
άραγε οι πόνοι του μυαλού περνούν ή απλά παίζουν κρυφτό με το μυαλό μας;

ο Ναυαγός

Anonymous said...

Μου άρεσε ο παραλληλησμός πιπίλας-τσιγάρου. Το κρυμένο παιδί μέσα μας που ζητάει παρηγοριά.
Δεν ξέρω πόσο τυχαίο είναι που δεν κάπνισα ποτέ, ενθυμούμενη τώρα τη μητέρα μου να λεει πως ποτέ μου δεν δέχτηκα πιπίλα παρά μονο όσες φορές και για όσο διαρκούσε η γευση της ζάχαρης μέσα στην οποία τη βουτούσε. Αντίθετα σε ώρες άγχους καταναλώνω τσίχλες.
Καλημέρα σας και χρόνια πολλά.

Eva Stamou said...

@Ναυαγός

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια ουσία που να σβήνει τη μνήμη, απλά ο τρόπος που ανακαλούμε το παρελθόν παίρνει με τη βοήθεια του χρόνου νέες μορφές.

Ευχαριστώ για το σχόλιο.

Eva Stamou said...

@Anonymous

Ο καθένας μας έχει τους δικούς του μικρούς ή μεγάλους εθισμούς που τον βοηθούν ν' ανταπεξέρχεται στις δύσκολες στιγμές.

Ευχαριστώ για το σχόλιο.
Χρόνια Πολλά.

Yannis Zabetakis said...

τι έγινε?
πήρες τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου ΣΟΥ και το ανέβασες?

φιλιά από Ρεούζι Στυρέων!

Eva Stamou said...

@Yannis Zabetakis

Τα δικαιώματα όλων των κειμένων μου ανήκουν σε εμένα.

Χρόνια Πολλά.

sterianizali said...

Ο πόνος απαλύνει με τον καιρό αλλά τα σημάδια του δεν σβήνουν ποτέ.

«Ζήσε τον πόνο σου. Σταμάτα να προσπαθείς να το ξεπεράσεις. Κλάψε, ξέσπασε, αφέσου στη θλίψη. Μην προσπαθείς, αφέσου.» Εδώ στάθηκα πολύ. Εξαιρετική δημοσίευση.
Καλημέρα και χρόνια πολλά.

Eva Stamou said...

@sterianizali

Συχνά έχουμε την εσφαλμένη εντύπωση ότι πρέπει να σταματήσουμε ή να συντομεύσουμε με διάφορα μέσα τον πόνο και τη θλίψη που προκαλεί η απώλεια. Αυτό που πετυχαίνουμε συνήθως είναι να καθυστερούμε την διαδικασία του πένθους. Ο πόνος πρέπει να εκφράζεται για να μη γίνει κατάθλιψη και άρνηση για ζωή.

Αντώνη, ευχαριστώ. Χρόνια πολλά.

Heliotypon said...

Αυτά που σημειώνεις για τον πόνο και το πένθος παραπέμπουν σε έθιμα διαφόρων ομάδων που βιώνουν το πένθος μέσα από σχεδόν "θεατρικές" καταστάσεις, (όπως π.χ. τα μοιρολόγια), ή άλλες εκδηλώσεις, ανάλογα με τις πολιτισμικές συνήθειες. ΟΙ "πολιτισμένοι" ζούν το δράμα τους σιωπηρά και ίσως γι' αυτό το πένθος γίνεται τραυματικό.

Eva Stamou said...

@Heliotypon

Ο καθένας δικαιούται βέβαια να εκφράσει την θλίψη της απώλειας με τον δικό του τρόπο και τους δικούς του ρυθμούς, αλλά δεν είναι υγιές να καταπνίγουμε την στενοχώρια και να 'αναβάλουμε' τον πόνο για αργότερα με τη βοήθεια ηρεμιστικών και ψυχοφαρμάκων. Όπως λες κι εσύ οι 'πολιτισμένοι' αποφεύγουμε τις έντονες αντιδράσεις, ίσως επειδή στις δυτικές κοινωνίες ο φόβος και το σοκ του θανάτου είναι τόσο έντονα (αφού μας σοκάρει ο,τιδήποτε δεν γίνεται να ελέγξουμε με επιστημονικά-τεχνολογικά μέσα) που όσο λιγότερο μιλάμε και σκεφτόμαστε γι αυτά, τόσο πιο ασφαλείς και αποδεκτοί από τους άλλους νιώθουμε.

Anonymous said...

Συγχαρητήρια για τη δημοσίευση! Έχω διαβάσει και το 'Χάρτη'. Μου αρέσει που και στα δύο διηγήματα η επιφάνεια κρύβει περίτεχνα βαθιά νοήματα που αποκαλύπτονται σταδιακά. Γράφετε πολύ ωραία!

Eva Stamou said...

@Anonymous

Ευχαριστώ πολύ για το ευγενικό σας σχόλιο.

ΕΛΕΝΑ-ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΟΝΕΙΡΑ said...

Αγαπητή μου Εύα.
Πόσο πόνο κρύβει η απουσία αγαπημένου προσώπου...Και το μωρό της! Ψυχούλα μου....όταν σε κοιτούν τέτοια αθώα ματάκια....Μακάρι να το ξεπεράσει....

Καλό Σαββατοκύριακο

Eva Stamou said...

@ΕΛΕΝΑ-ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ ΟΝΕΙΡΑ

Καλημέρα Έλενα. Όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στην απώλεια και στο πένθος -όλοι θα το περάσουμε, αν δεν το έχουμε ήδη βιώσει. Είναι μια δύσκολη, προσωπική διαδικασία και δεν υπάρχουν 'συνταγές'. Ευχαριστώ για το σχόλιο.

Anonymous said...

這家的桃園搬家公司的服務是一流的。